Λιτότητα, στις πλάτες ποιων;

Standard

 Ιμάνουελ Βάλερσταϊν εξηγεί γιατί ο καπιταλισμός έχει φτάσει στα όρια του, ότι το σύστημα που θα ακολουθήσει είναι είτε λιτότητα και αυταρχισμός είναι δημοκρατία και ευζωία.

Η μετάφραση εδώ:

======================================================================

Παντού πλέον, η λιτότητα είναι το ζητούμενο της εποχής. Για να είμαστε ακριβείς, υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις προς το παρόν σε μερικές χώρες -Κίνα, Βραζιλία, χώρες του Κόλπου και πιθανόν μερικές άλλες. Αλλά αυτές σήμερα είναι εξαιρέσεις, σε μια παγκοσμίως κυρίαρχη τάση. Εν μέρει αυτή η τάση είναι εντελώς προσχηματική, εν μέρη αντανακλά ένα πραγματικό οικονομικό πρόβλημα. Ποιο είναι όμως αυτό;

Απ’ τη μία πλευρά η απίστευτη σπατάλη του καπιταλιστικού συστήματος έχει όντως οδηγήσει σε μια κατάσταση κατά την οποία το σύστημα παγκοσμίως απειλείται από την πραγματική του αδυναμία να συνεχίσει να καταναλώνει παντού στη Γη στον ίδιο βαθμό που συνήθιζε μέχρι τώρα, ειδικά όσο η οριακή κατανάλωση βαίνει σταθερά αυξανόμενη. Είναι αληθές ότι εξαντλούμε τα βασικά στοιχεία της ανθρώπινης επιβίωσης, δεδομένου του καταναλωτισμού που υπήρξε η βάση των παραγωγικών αλλά και των κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων.

Απ’ την άλλη, γνωρίζουμε ότι η κατανάλωση παγκοσμίως ήταν εξαιρετικά άνιση, και μεταξύ των κρατών και στο εσωτερικό τους. Επιπλέον, το χάσμα μεταξύ των ευνοημένων αυτή τη στιγμή και των αποκλεισμένων συστηματικά αυξάνεται. Αυτές οι ανισότητες συνιστούν τη ρίζα της έντασης στο διεθνές σύστημα, όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολιτικά και πολιτιστικά.

Δεν αποτελεί πια μυστικό για τον πληθυσμό παγκοσμίως: η κλιματική αλλαγή και οι συνέπειές της, ο περιορισμός των αποθεμάτων νερού και τροφής και οι αντίστοιχες επιπτώσεις είναι ορατές σε όλο και περισσότερους ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους καλούν σε αλλαγή πολιτιστικών αξιών και αποστασιοποίηση από τον καταναλωτισμό.

Οι πολιτικές συνέπειες είναι άξιες σοβαρής ανησυχίας για μερικές από τις μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες-παραγωγούς, που αντιλαμβάνονται πως δεν κατέχουν πλέον τα μέσα να στηρίξουν τη παγκόσμια θέση τους και χάνουν τη δυνατότητα να κυριαρχούν στις πλουτοπαραγωγικές πηγές και στη δημιουργία πλούτου. Η τρέχουσα τάση για λιτότητα είναι μια μόνο ήσσων και εκ των βραχυπρόθεσμων προσπαθειών να περιορίσουν τη δομική κρίση του διεθνούς συστήματος.

Η λιτότητα που εφαρμόζεται ασκείται στα κατώτερα οικονομικά στρώματα του πληθυσμού παγκοσμίως. Οι κυβερνήσεις σκοπεύουν να διασώσουν εαυτούς από τη χρεοκοπία και να προστατεύσουν τις μεγάλες επιχειρήσεις (συγκεκριμένα -αλλά όχι μόνο- τις μεγάλες τράπεζες) από το κόστος των επαναλαμβανόμενων αστοχιών τους και κάθε λογής αυτοτραυματισμούς. Ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούν να το επιτύχουν είναι περικόπτοντας (αν όχι διαλύοντας) το δίκτυο κοινωνικής ασφάλειας που δημιουργήθηκε για να στηρίζει τον καθένα από τις συνέπειες της ανεργίας, των σοβαρών ασθενειών, των οικογενειακών βαρών και όλων των άλλων σοβαρών προβλημάτων που οι οικογένειες αντιμετωπίζουν υπό κανονικές συνθήκες.

Όσοι αποσκοπούν σε βραχυπρόθεσμα οφέλη συνεχίζουν να παίζουν στις χρηματαγορές με ρυθμό συστηματικό και ταχύτατο. Αλλά αυτό το παιχνίδι βασίζεται σε οριακά έσοδα και κυρίως στη δυνατότητα να βρεθούν αγοραστές των προϊόντων. Η δραστική ζήτηση μειώνεται σταθερά και λόγω των περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες και λόγω του μαζικού φόβου ότι έρχονται περισσότερες περικοπές.

Οι υπερασπιστές της λιτότητας συνεχώς μας καθησυχάζουν πως σύντομα οι θυσίες τελειώνουν και η γενική ευημερία βρίσκεται προ των πυλών. Παρ’ όλα αυτά, ούτε οι θυσίες σταματούν, ούτε το κλίμα ευημερίας επανέρχεται. Αντιθέτως, φαίνεται ότι θα καθυστερήσει αρκετά ακόμα.

Υπάρχουν επίσης και αυτοί που θεωρούν πως μια σοσιαλδημοκρατική λύση είναι δυνατή. Δηλαδή πως αντί για λιτότητα πρέπει να αυξήσουμε τις δημόσιες δαπάνες και να φορολογήσουμε το πλουσιότερο μέρος του πληθυσμού. Ακόμα και αν αυτό ήταν πολιτικά βάσιμο, θα έλυνε μαγικά το πρόβλημα; Οι υπερασπιστές της λιτότητας έχουν ένα εύλογο επιχείρημα: δεν υπάρχουν αρκετές πλουτοπαραγωγικές πηγές στο πλανήτη να διαθέσουν ένα βιώσιμο μοντέλο κατανάλωσης που θέλει ο καθένας, μιας και όλο και περισσότεροι πολίτες ζητούν πολιτικά να βρίσκονται μεταξύ των μεγάλων-καταναλωτών.

Εδώ βρίσκονται οι εξαιρέσεις στις οποίες αναφέρθηκα αρχικά: στην παρούσα συγκυρία επεκτείνουν τους αριθμούς των μεγάλων καταναλωτών. Οι χώρες-«εξαιρέσεις» βρίσκονται εκ των πραγμάτων αντιμέτωπες με μεγαλύτερα οικονομικά διλήμματα τα οποία δεν μπορούν να επιλύσουν.

Υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι σχετικά με τα πραγματικά διλήμματα σε αυτή τη δομική κρίση:

  • Ο πρώτος είναι να εγκαθιδρυθεί ένα μη-καπιταλιστικό αυταρχικό παγκόσμιο σύστημα που θα χρησιμοποιήσει τη βία και την εξαπάτηση αντί για την «αγορά» για να επιτρέψει και να αυξήσει την άνιση παγκόσμια διανομή των βασικών καταναλωτικών αγαθών.
  • Ο άλλος είναι να αλλάξουμε τις πολιτισμικές μας αξίες.

Για να καταφέρουμε να ζήσουμε σε ένα σχετικά δημοκρατικό και σχετικά εξισωτικό ιστορικό σύστημα, δε χρειαζόμαστε την οικονομική ανάπτυξη τόσο, όσο αυτό που αποκαλούν στην λατινική Αμερική «buen vivir» (την ευζωία). Αυτό κατ’ ουσία απαιτεί δέσμευση σε διαρκή ορθολογικό διάλογο αναφορικά με το πώς οι κοινωνίες παγκοσμίως μπορούν να κατανείμουν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές ανά το κόσμο με τρόπο τέτοιο ώστε όχι μόνο να έχουμε τα αναγκαία προς επιβίωση, αλλά και οι επόμενες γενιές να έχουν τη δυνατότητα να πράξουν το ίδιο.

Για κάποια κομμάτια του παγκόσμιου πληθυσμού, σημαίνει ότι τα παιδιά τους θα «καταναλώσουν» λιγότερο και για κάποια άλλα ότι θα «καταναλώσουν» περισσότερο. Αλλά σε ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούμε όλοι να έχουμε το «δίχτυ ασφαλείας»  μιας ζωής εγγυημένης από την κοινωνική αλληλεγγύη που το εν λόγω σύστημα κάνει εφικτή.

Τα επόμενα είκοσι με σαράντα χρόνια θα δούμε μια τεράστια πολιτική μάχη, όχι σχετικά με την επιβίωση του καπιταλισμού (που δεν έχει πλέον εναλλακτικές να προσφέρει) αλλά σχετικά με το είδος του συστήματος που συλλογικά θα «επιλέξουμε» για να τον αντικαταστήσουμε: ένα αυταρχικό μοντέλο που επιβάλλει συστηματική (και αυξανόμενη) πόλωση ή ένα σύστημα που είναι δημοκρατικότερο και κοινωνικά δικαιότερο.

Μια αξιολόγηση της Δημοτικής Αρχής υπό την ηγεσία του Γιώργου Καμίνη

Standard

Η μάχη των τελευταίων δημοτικών εκλογών στην Αθήνα δόθηκε με την τότε κυβερνητική παράταξη (ΠΑΣΟΚ) να εκβιάζει πως, αν τις χάσει, θα αναγκαστεί να οδηγήσει τη χώρα σε εθνικές εκλογές, μεταθέτοντας έτσι την ευθύνη μιας πιθανούς άτακτης χρεωκοπίας στο κομμάτι της κοινωνίας που δεν τη στήριξε, και με την αντιπολίτευση να μάχεται κατά του μνημονίου. Η αντιπολίτευση τότε, μολονότι είχε μεγαλύτερη κοινωνική επιρροή, μιας και μέρος ήταν και η -αντιμνημονιακή!- Νέα Δημοκρατία, δεν ήταν συμπαγής και δεν κατάφερε να επικρατήσει ούτε στην Αθήνα ούτε στην επικράτεια. Η δε κυβερνητική παράταξη, με τον εκβιασμό στο ένα χέρι και την προώθηση «υπερκοματικών» και «άφθαρτων» υποψηφίων στο άλλο, κατάφερε να επικρατήσει στα εκλογικά ποσοστά και να κερδίσει τη μάχη των μεγάλων δήμων και βεβαίως των εντυπώσεων. Οι επιπτώσεις των μνημονίων άλλωστε δεν ήταν ακόμη τόσο εμφανείς ώστε να υπερκαλύψουν τους εκβιασμούς και την καταστροφολογία.

 Η περίπτωση της υποψηφιότητας του Γιώργου Καμίνη στην Αθήνα, σε αρμονία και συντονισμό με αντίστοιχες υποψηφιότητες στη Θεσσαλονίκη, τον Βόλο, τα Ιωάννινα, παρουσιάστηκε ως υπερκομματική, άφθαρτη και αυτοδιοικητική. Σχεδόν δηλαδή ως «μη πολιτική».  Και τα τρία αυτά επιχειρήματα ανταποκρινόντουσαν στις φιλοδοξίες του προοδευτικού κόσμου, στον οποίο το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜΑΡ, η Δράση και οι Οικολόγοι απευθύνονται. Επιπλέον, στις διακηρύξεις τους ακολούθησαν μια γραμμή «δίκαιης λιτότητας» (λόγω ύφεσης και κακών δημοσιονομικών) και προοδευτικών παρεμβάσεων με πνεύμα συνεργασίας, ανοχής και σεβασμού στη πολυπλοκότητα των τοπικών ζητημάτων.

Η αξιολόγηση που ακολουθεί αφορά την περίπτωση της Δημοτικής Αρχής της Αθήνας και γίνεται με στοιχεία από τις προγραμματικές διακηρύξεις που έκανε ο σημερινός Δήμαρχος Γιώργος Καμίνης στις 9 Νοεμβρίου 2010, με τίτλο «Δέσμη μέτρων σε επτά τομείς για τον Δήμο Αθηναίων», και αναφέρονται στο άρθρο της εφημερίδας Το Βήμα της ίδιας ημέρας, όπως επίσης και στη συνέντευξη που έδωσε ο ίδιος στην εφημερίδα Lifo (13.10.2010), καλούμενος να δώσει πρακτικές απαντήσεις σε καθημερινά προβλήματα της Αθήνας. Επιχειρείται η εκ των υστέρων αξιολόγηση των πεπραγμένων της Δημοτικής Αρχής τη περίοδο 2011-2014, σε σύγκριση με τις δικές του διακηρύξεις. Ταυτόχρονα, γίνεται μια αξιολόγηση με βάση τη θεωρία των δημοσίων αγαθών και το βαθμό στον οποίο τα σεβάστηκε η παρούσα δημοτική αρχή. Ακολουθεί ανάλυση για τα αίτια της αποτυχίας και παράθεση συμπερασμάτων.

Στο επίπεδο του ύφους και του ήθους της δημοτικής αρχής, ο Δήμαρχος είχε δηλώσει: «Κομίζω την αξία της επιείκειας προς τους αδύνατους και της αξιοκρατίας». Χαρακτηριστικό δείγμα της (μη) επιείκειας προς τους αδυνάτους είναι η έξωση που υπέστησαν 15 άστεγοι που είχαν βρει καταφύγιο στο καφενείο του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων. Το περιστατικό συνέβη την 1η Φεβρουαρίου του 2012, όταν επικρατούσαν πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Ο Δήμαρχος ενημερώθηκε για τη κίνησή τους και ζήτησε την απομάκρυνσή τους. Ακολούθησε μήνυση και διμοιρία των ΜΑΤ εμφανίστηκε στο χώρο όπου είχαν καταφύγει για ζεστασιά μεταφέροντάς τους στο ΑΤ Εξαρχείων.

Χαρακτηριστικό επίσης δείγμα της (μη) αξιοκρατίας, όπως την αντιλαμβάνεται ο Δήμαρχος, είναι η περίπτωση του Τάκη Καμπύλη, γενικού διευθυντή του Αθήνα 9,84. Σύμφωνα με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, «δεν είναι νόμιμη η απόφαση υπ΄αριθ. 123/22-2-2011 περί πρόσληψης ως Γενικού Διευθυντή του κ. Τάκη Καμπύλη». Ηαπόφαση ζητάει από το διοικητικό συμβούλιο της δημοτικής ραδιοφωνίας (ΔΕΡΑ) να «προχωρήσουν οι ενέργειες σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις», δηλαδή να ακυρωθεί η παράνομη πρόσληψη. Ο λόγος είναι πως δεν πληρούσε κάποιες από τις απαραίτητες προϋποθέσεις κατά τη στιγμή της πρόσληψής του, δηλαδή δεν είχε «πανεπιστημιακή εκπαίδευση», δεν κατέχει πτυχίο ή δίπλωμα ΑΕΙ. Επίσης δεν απέδειξε ότι είχε «τριετή τουλάχιστον εμπειρία σε διευθυντική θέση άλλου ΜΜΕ», όπως όριζε η προκήρυξη για τη πρόσληψή του.

Θα πρέπει πάντως να αναφερθεί πως το δημοτικό ραδιόφωνο έχει αναβαθμιστεί ποιοτικά και δεν παρατηρούμε τα περιστατικά με τις σκανδαλώδεις αμοιβές «επισκεπτών» του παρελθόντος.

Στο επίπεδο της καθημερινότητας του δημότη και ειδικότερα στα μείζονα και πολύπλοκα ζήτηματα της αντιμετώπισης του παραεμπορίου και της διαχείρησης ζητημάτων μεταναστών, ο Δήμαρχος είχε δηλώσει: «Στης δημοτικής αστυνομίας την αρμοδιότητα ανήκει η δίωξη του παραεμπορίου και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτό το παραεμπόριο έχει οδηγήσει στο κλείσιμο μιας σειράς από επιχειρήσεις στο κέντρο. Εάν η δημοτική αστυνομία δεν κάνει τη δουλειά της, πρέπει ο αντιδήμαρχος, που είναι επικεφαλής, να φροντίσει ώστε να την κάνει. Δεν υπάρχει εδώ άλλη απάντηση. Τελείωσε».

Δεν τελείωσε όμως. Ο Δήμαρχος με απόφασή του κατάργησε αρχικά 897 οργανικές θέσεις στη Δημοτική Αστυνομία, εμποδίζοντάς τη από το έργο της πάταξης του παραεμπορίου, όπως προεκλογικά είχε δεσμευθεί, κάτι για το οποίο οδηγήθηκε στο ΣτΕ από τους απολυμένους. Αργότερα, ο Δήμαρχος, όταν πλέον είχε οριστικοποιηθεί (από το Υπουργείο Εσωτερικών) η κατάργηση της δημοτικής αστυνομίας, ζήτησε τη συνδρομή της ΕΛ.ΑΣ., όταν με επίσκεψη του στο Αρχηγείο συμφωνήθηκε η ανάγκη δράσης τόσο στο ζήτημα της παράνομης στάθμευσης όσο στον περιορισμό του παράνομου εμπορίου, του ελέγχου στη λειτουργία των οίκων ανοχής, των λαϊκών αγορών, καθώς επίσης και της καταστρατήγησης των κανόνων κατάληψης κοινόχρηστου χώρου – με τελικό αποτέλεσμα βέβαια την εκτίναξη της καταστολής, όταν τα ΜΑΤ εισέβαλλαν στην ΑΣΟΕΕ, σε μια επιχείρηση κατά του παραεμπορίου, παρουσία ακόμα και του υφυπουργού Ανάπτυξης Νότη Μηταράκη. Η δέσμευση του Δημάρχου περί αρμοδιότητας της Δημοτικής Αστυνομίας στο θέμα είναι σαν να μην ειπώθηκε ποτέ.

Πιο συγκεκριμένα, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει πως θα χειριστεί το ζήτημα αποφεύγοντας τις κατασταλτικές μεθόδους, ο Δήμαρχος είχε αναφέρει: «Θα πρέπει να βρεθούν και τρόποι, γιατί δεν θα λυθούν τα μεταναστευτικά μόνο με την καταστολή – θα λυθούν και με άλλους μηχανισμούς. Με ορισμένους μηχανισμούς απορρόφησης κάποιων φαινομένων και διοχέτευσις τους σε πιο δημιουργικές κατευθύνσεις όπως πολυεθνικές αγορές σε άλλες πόλεις… Το πρώτο είναι ότι θα αποκτήσουν αυτοί οι άνθρωποι κάποιο οικονομικό γίγνεσθαι σε συνθήκες νομιμότητας. Ο δήμος εκεί μπορεί να προσφέρει την υποδομή, τους χώρους, να φτιάξει ακριβώς τις κατασκευές, το ένα, το άλλο, θα παίρνει και το ενοίκιο του και να βγάζει τα έξοδα του».

Η προεκλογική πρόταση αυτή ήταν όντως η πλέον προοδευτική παρέμβαση που θα μπορούσε να γίνει. Μια διέξοδος που θα σεβόταν τα ανθρώπινα δικαιώματα των μεταναστών, που οδηγούνται αναγκαστικά στη παρανομία, θα μείωνε τον ανταγωνισμό στην αγορά που τους μετατρέπει σε διωκόμενους και το κοινωνικό μίσος που αναπτύσσεται στο πρόσωπό τους, όταν το σύστημα τους εξωθεί στο περιθώριο. Η νομιμοποίηση της δραστηριότητάς τους μέσω ελεγχόμενων αγορών ήταν μια ξεκάθαρα αξιοπρεπής διέξοδος. Αντίθετα όμως με τις διακηρύξεις, κανένα σχέδιο για υπαίθρια αγορά δεν εκπονήθηκε, κανένας φορέας τις διοίκησης δεν προσέφερε τις υποδομές, και ένα ωραιότατο επικοινωνιακό τέχνασμα με όρους προοδευτικότητας και συγκαλυμμένου συναισθηματισμού παίχτηκε στις πλάτες αυτών των ανθρώπων. Ο ευαίσθητος δήμαρχος δε, που άλλοτε τους υποστήριζε ως Συνήγορος του Πολίτη, ήταν άφαντος όταν τα ΜΑΤ αναλάμβαναν να καλύψουν το κενό της δικής του πολιτικής.

Θέλοντας να απαντήσει σε ζητήματα που αφορούν την υποβάθμιση του επιπέδου ζωής στο ιστορικό κέντρο, ο Δήμαρχος είχε δηλώσει: «Η Ελλάδα είναι μια χώρα όπου και λόγω οικονομικών παραδόσεών της δεν μπορείς ξαφνικά να κάνεις ένα ντου, να κάνεις μια «επιχείρηση σκούπα», να μαζέψεις 5.000 ανθρώπους και να τους πας σε τρία στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αυτό πρακτικά δεν γίνεται και δεν συμβιβάζεται με θεμελιώδεις αρχές συμβίωσης μιας συντεταγμένης κοινωνίας».

Ήταν άλλη μια εξαιρετικά συμπονετική δήλωση, την οποία ο ίδιος ο Δήμαρχος κατά τη διάρκεια της θητείας του όχι μόνο δε σεβάστηκε αλλά μάλιστα έπραξε προς την αντίθετη κατεύθυνση όταν, μετά από συνάντηση με τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη και Δημόσιας Τάξης, ο Νίκος Δένδιας και ο Γιώργος Καμίνης προανήγγειλαν τη δημιουργία ενός κέντρου κράτησης παρανόμων μεταναστών, εντός του Δήμου Αθηναίων.

Σαν να μην ήταν αρκετό αυτό, η Δημοτική Αρχή δεν αντέδρασε όπως ήταν φυσικό, μετά την ευθυγράμμιση της με το σχέδιο Δένδια, όταν κατά τη διάρκεια αστυνομικής επιχείρησης που πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Τετάρτης 7/3/2013 , 132 χρήστες ναρκωτικών μεταφέρθηκαν από διάφορα σημεία της Αττικής στο κέντρο κράτησης της ΕΛ.ΑΣ. στην Αμυγδαλέζα, μόλις μία ημέρα μάλιστα μετά την ψήφιση στη Βουλή του νόμου για την ευνοϊκότερη μεταχείριση των εξαρτημένων ατόμων .Η ανακοίνωση μάλιστα της ΕΛ.ΑΣ. προειδοποιεί ότι «οι επιχειρήσεις αυτές θα συνεχιστούν με σκοπό την αντιμετώπιση των ναρκωτικών και την αναβάθμιση του κέντρου της πρωτεύουσας». Η αστυνομική επιχείρηση πάντως προκάλεσε την έντονη αντίδραση των νοσοκομειακών γιατρών, αλλά και του ΟΚΑΝΑ και του ΚΕΘΕΑ.

Ξεφεύγοντας ακόμα πιο πολύ από την αστυνομική αντιμετώπιση της υποβάθμισης του κέντρου και προτείνοντας λύσεις που αφορούν το γενικό πληθυσμό, ο Δήμαρχος είχε δηλώσει: «Λοιπόν, ποιο είναι το πρόβλημα εδώ πέρα; Πρέπει να κάνεις πάλι το ιστορικό και εμπορικό κέντρο χώρο κατοικίας για τους Αθηναίους. Πρέπει να φέρουμε τον κόσμο πίσω στο κέντρο. Πώς θα τον φέρουμε; Με κίνητρα. Ποιους κατά βάση πρέπει να φέρουμε; Πρέπει να φέρουμε νέους ανθρώπους που δεν έχουν τα λεφτά να αγοράσουν εύκολα κατοικίες. Πώς θα το κάνουμε αυτό; Θα πάρουμε αυτά τα μεγάλα κτίρια πρώτα από όλα, τα παλιά, τα εγκαταλελειμμένα και θα τα κάνουμε είτε φοιτητικές εστίες, είτε κοινωνική κατοικία όπως λέγεται, με κίνητρα στα νεαρά ζευγάρια να έρθουν να εγκατασταθούν. Κίνητρα λοιπόν για την επιστροφή των Αθηναίων στο κέντρο».

Το θλιβερό αποτέλεσμα 4 χρόνια μετά είναι η Δημοτική Αρχή να μην έχει εκπονήσει κανένα σχέδιο επιστροφής στη πόλη , και συγκεκριμένα στα άδεια κτήρια, Αθηναίων που μετεγκαταστάθηκαν τα τελευταία χρόνια. Αντίθετα η Δημοτική Αρχή έχοντας να διαχειριστεί περίπου 25.000 αστέγους σε μια πόλη 25.000 εγκατελειμμένων κτηρίων, απάντησε με μόνο 3 (!) χώρους ανοικτής φιλοξενίας αστέγων. Το Πολιτιστικό Κέντρο του 4ου Διαμερίσματος στη συμβολή των οδών Λένορμαν και Αλεξανδρείας, τη Λέσχη Φιλίας Αγίου Παύλου στη συμβολή των οδών Μαμούρη και Δύμης, και τη Λέσχη Φιλίας Κυψέλης επί των οδών Αγίου Μελετίου και Ξεναγόρα.

Θα πρέπει ωστόσο να αναγνωριστεί το έργο που έγινε στο ζήτημα της αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης. Η δράση αυτή είχε εξαγγελθεί ως «Μνημόνια συνεργασίας με οργανώσεις πολιτών που υλοποιούν προγράμματα κοινωνικής στήριξης, ώστε σταδιακά να διαμορφωθεί ένα αποτελεσματικό δίκτυο κοινωνικής αλληλεγγύης, που θα διευκολύνει την πρόσβαση των πολιτών στο σύνολο των διαθέσιμων υπηρεσιών πρόνοιας» και «Μέτρα περίθαλψης και υγιεινής για τις ομάδες που ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης». Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, η Δημοτική Αρχή πέτυχε τη δημιουργία δύο ξενώνων Φιλοξενίας Αστέγων, που παρέχουν μονιμότερη φιλοξενία σε 130 άστεγους και απόρους, του Κοινωνικού Παντοπωλείου, όπου 400 νοικοκυριά το χρόνο υποστηρίζονται σταθερά για έξι μήνες, το πρόγραμμα «Αλληλεγγύη στην Οικογένεια», το οποίο σε συνεργασία με χορηγούς παρέχει υλική στήριξη από τον Μάιο 2012 σε 200 οικογένειες το χρόνο (100/εξάμηνο), και τον «ΚΟΜΒΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΟΛΙΤΩΝ», στο παλιό Φρουραρχείο του σταθμού Λαρίσης, που έκανε πράξη την ιδέα της Αλληλοβοήθειας και προσφέρει στήριξη και βοήθεια σε περισσότερους από 13.000 συμπολίτες μας, εκ των οποίων περίπου 3.000 είναι παιδιά.

Τα προαναφερθέντα στοιχεία σε σχέση με τη προεκλογική δήλωση του Δημάρχου πως «ο δήμος θα πρέπει αυτές τις δομές που έχει δημιουργήσει εδώ πέρα, τα κοινωνικά φαρμακεία, παντοπωλεία, αστέγους, συσσίτια, να τα αποκεντρώσει και ει δυνατόν να τα διαχειριστεί από κοινού και με όμορους δήμους, γιατί όλο το λεκανοπέδιο έρχεται εδώ πέρα να βρει στέγη, τροφή, ναρκωτικά, γιατί όλο αυτό το ένα φέρνει το άλλο», μπορεί να αποκλίνουν πλήρως και σαφώς να επιδρούν μόνο στο ⅕ του προβλήματος (1.200 άστεγοι από τους 20.000 περιθάλπονται) αλλά αυτό είναι θεμιτό να αποδοθεί σε έναν βαθμό στην έλλειψη πόρων του Δήμου σε σχέση με το κεντρικό κράτος.

Στο θετικό μέρος του απολογισμού της δημοτικής αρχής εντάσσεται και η εξόφληση του 40% των παλαιών υποχρεώσεων του Δήμου προς τους προμηθευτές, όπως επίσης και η κατά 30% περικοπή λειτουργικών δαπανών που δεν σχετίζονται με απολύσεις. Σε αυτό βέβαια θα πρέπει να συνυπολογιστούν οι πάνω από 2000 συνταξιοδοτήσεις, η κατάργηση της Δημοτικής Αστυνομίας και η κατά 35% μείωση των μισθών δημοτικών υπαλλήλων με ένταξη στο ενιαίο μισθολόγιο.

Το επίπεδο της ποιότητας ζωής και του πολιτισμού είναι φαινομενικά λιγότερο ευαίσθητο, τουλάχιστον σε επίπεδο διακηρύξεων, και με μικρό πολιτικό κόστος, μιας και οι δημότες-εκλογείς δεν καταλογίζουν ευθύνες στις αρχές με τον ίδιο ζήλο που καταλογίζουν σε θέματα που άπτονται των βασικών τους αναγκών. Εντούτοις, τα μέσα που θα επιστρατευθούν για να υλοποιηθεί ένα πρόγραμμα όπως και το ύφος των δηλώσεων που θα το καλύψουν μπορούν, όπως για ακόμα μια φορά αποδείχθηκε, να προκαλέσουν έντονες αντιδράσεις.

Συγκεκριμένα, για το πλαίσιο δράσης «Πολιτιστική αναζωογόνηση και διεθνής προβολή της Αθήνας» είχαν επίσης γίνει σημαντικές δηλώσεις, όπως: «Ένα παράδειγμα είναι το κίνημα των ποδηλατιστών, που δεν θέλει να έχει καμία σχέση με κανέναν. Οι κάτοικοι στα Εξάρχεια, που έδιωξαν μόνοι τους τούς εμπόρους ναρκωτικών, είναι ένα άλλο. Λοιπόν, καλή είναι η αυτονομία, αλλά θα πρέπει μια πολιτεία να θεωρεί ότι έχει το καθήκον να βοηθήσει τις δημιουργικές δυνάμεις της χώρας ή της πόλης. Ένας δήμος πρέπει να δίνει χώρο σε αυτά τα πράγματα να εκδηλωθούν». Το αποτέλεσμα βέβαια δεν ήταν άλλο από την ενίσχυση μιας εταιρίας ενοικιάσεως ποδηλάτων μικρής διάρκειας, όπως συμβαίνει και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Χωρίς να συμβάλλει στην επίλυση κανενός από τα προβλήματα μετακίνησης στη πόλη, μιας και η επίλυσή τους προϋποθέτει μια συνολική δημόσια παρέμβαση, με ποδηλατοδρόμους, κώδικες κυκλοφορίας, parking κλπ.

Η «αυτονομία», βέβαια, θεωρήθηκε καλή μόνο σε επίπεδο προεκλογικών δηλώσεων. Στη πράξη, στις περιπτώσεις της Βίλλας Αμαλίας και της Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης αντιμετωπίστηκε με καταστολή. Συγκεκριμένα, ο Δήμαρχος συμπαρατάχθηκε με τον υπουργό προστασίας του πολίτη Ν. Δένδια στο βίαιο κλείσιμο του ελεύθερου κοινωνικού χώρου «Βίλλα Αμαλίας», χαρακτηρίζοντας θετική τη πρωτοβουλία της αστυνομίας τόσο για τη Βίλλα Αμαλίας όσο και για την πρώην ΑΣΟΕΕ, λέγοντας ότι «ο Δήμος υποστηρίζει όλες τις πρωτοβουλίες της Αστυνομίας που αποδίδουν στη Πόλη τους κατοίκους της και καταστέλλουν τα φαινόμενα ανομίας». Επιπλέον, συμπαρατάχθηκε στο κλείσιμο της ανοικτού πολιτιστικού χώρου που είχε δημιουργηθεί στη πρώην Δημοτική Αγορά Κυψέλης. Και να σκεφτεί κανείς πως στο πρόγραμμα που είχε ο ίδιος ο Δήμαρχος ανακοινώσει ήταν η «Φιλοξενία των νεανικών καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων σε χώρους του Δήμου».

Η Βίλλα Αμαλίας, όμως, όπως και η Δημοτική Αγορά Κυψέλης, ήταν ελεύθεροι κοινωνικοί χώροι που στέγασαν αμέτρητες πολιτιστικές δραστηριότητες και προσέφεραν αλληλεγγύη σε αδύναμους ανθρώπους χωρίς αποκλεισμούς, πραγματικές δημιουργικές δυνάμεις, δηλαδή, τις οποίες είχε στηρίξει ακόμα και η Μελίνα Μερκούρη. Η στήριξη του δημάρχου στις δυνάμεις της καταστολής αντί των δυνάμεων της δημιουργίας αποδεικνύει τη δημαγωγία του και το κοινωνικό κατήφορο που επιφυλάσσει για τους συμπολίτες του.

Στο μέτωπο του πολιτισμού και τις διαχείρισης δημοσίων αγαθών είχαμε μια καινοτομία: Ο Δήμαρχος, τον Απρίλιο του 2013, μετά από συνάντηση με τον υπουργό Εσωτερικών, συμφώνησε τη «σύσταση κοινής επιτροπής από τα υπουργεία Εσωτερικών, ΠΑΙΘΠΑ (Γενική Γραμματεία Πολιτισμού), τον Δήμο Αθηναίων καθώς και από εκπροσώπους φορέων που δραστηριοποιούνται στη λειτουργία πολιτιστικών χώρων», προκειμένου να προχωρήσει σε άμεση καταγραφή των θεατρικών σκηνών και στη διατύπωση «σύγχρονης νομοθετικής πρότασης για τη λειτουργία τους, το αργότερο έως την έναρξη της θεατρικής περιόδου τον Σεπτέμβριο». Η απόφαση αυτή έβαλε λουκέτο σε πολλά θέατρα στην Αθήνα λόγω μη καταλληλότητας, ενώ, όπως καταγγέλλει η παράταξη ΑΝΤΑΡΣΥΑ, θα μπορούσε να υιοθετήσει την τοποθέτηση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Θεάματος Ακροάματος, που τάσσεται κατά του κλεισίματος των θεάτρων, ζητεί πίστωση χρόνου και αλλαγή του νομικού πλαισίου «ώστε να τακτοποιηθούν όλα τα θέατρα, όσα τηρούν βέβαια κανόνες ασφαλείας για το προσωπικό και τους θεατές».

Τη συντονισμένη απαξίωση των δημοσίων αγαθών υπέρ των ιδιωτικών συμφερόντων για περιοχές αρμοδιότητας του Δήμου της Αθήνας καταδεικνύει και το Περιβαλλοντικό Δίκτυο της Αθήνας επισημαίνοντας πως:

  • Στο Πεδίο του Άρεως νομιμοποιήθηκαν οι παράνομες κατασκευές του Πανελληνίου και επέστρεψαν οι εκθέσεις. Η παρακείμενη Πλατεία Πρωτομαγιάς εκποιήθηκε από το ΤΑΙΠΕΔ.
  • Στο Πάρκο Ελευθερίας το Μέγαρο Μουσικής περιέφραξε και ιδιοποιήθηκε έκταση παρά την απόφαση του ΣτΕ και τις αρχικές δεσμεύσεις του Μεγάρου.
  • Στο Μητροπολιτικό Πάρκο Γουδή ο κατακερματισμός και οι περιφράξεις αυξάνονται και κυριαρχείται από ΙΧ. Παρά την απόφαση του ΣτΕ για κατεδάφιση του Badminton σχεδιάζεται η επέκταση των υφιστάμενων χρήσεων στον περιβάλλοντα χώρο.
  • Στον Εθνικό Κήπο προωθείται η παραχώρηση της διαχείρισης σε ιδιωτικά συμφέροντα και απειλείται από μόνιμες παρεμβάσεις και χρήσεις που απομειώνουν το πάρκο και αλλοιώνουν τα χαρακτήρα του.
  • Το Πάρκο Τρίτση έχει απαξιωθεί και χειροτερεύει.
  • Τα Τουρκοβούνια απειλούνται από ιδιωτικά συμφέροντα που επιδιώκουν την άρση παλιότερων κηρύξεων αναδασώσεων.
  • Στους Λόφους Φιλοπάππου έγινε δίκη κατά συγκεκριμένων αγωνιστών με την κατηγορία μεταξύ άλλων της ηθικής αυτουργίας, πρωτόγνωρο για τα κινήματα πόλης. Τελικά καταδικάστηκαν μόνο με την κατηγορία της υποκίνησης για το ξήλωμα των περιφράξεων, και αυτό τη στιγμή που το Κέντρο Διόνυσος έκανε παράνομες επεκτάσεις και εντάχθηκε στο ΤΑΙΠΕΔ.
  • Στην Ιερά Οδό, την Πειραιώς, τα Πετράλωνα και άλλες περιοχές υπάρχουν συνεχείς καταλήψεις πεζοδρομίων από τραπεζοκαθίσματα και καταστροφικό παρκάρισμα σε χώρους πρασίνου κυρίως από τα ανεξέλεγκτα κέντρα διασκέδασης.

Φαντάζει πλέον εκτός πραγματικότητας να το αναφέρει κανείς, αλλά αυτό που στην αρχή της κρίσης θεωρούνταν φυσιολογικό και αναγκαίο, δηλαδή να συνεργαστεί η Δημοτική Αρχή με τις κατά τόπους κινήσεις πολιτών για να δοθούν από κοινού λύσεις στα προβλήματα της πόλης, και ειδικότερα σε επίπεδο γειτονιάς όπου αναδεικνύονται οι ιδιαιτερότητες και οι παρεμβάσεις είναι κατ ανάγκη στοχευμένες, δεν έγινε, παρά τις προεκλογικές δεσμεύσεις για: (1) Άμεση βελτίωση της ποιότητας ζωής, επείγον πρόγραμμα φωτισμού δρόμων και πλατειών, ιδιαίτερα στις υποβαθμισμένες περιοχές με υψηλή παραβατικότητα· (2) Απελευθέρωση δρόμων, πλατειών και πεζοδρομίων από την παράνομη κατάληψη και χρήση τους ως καθήκον της δημοτικής αστυνομίας· (3) Συντήρηση και αναβάθμιση σε όλες τις παιδικές χαρές· και (4) Καθαριότητα και ανακύκλωση, τακτικός καθαρισμός δρόμων και πεζοδρομίων. Σήμερα όλα αυτά, αν και αυτονόητα και ρεαλιστικά, μιας και οι κινήσεις πολιτών στις γειτονιές της Αθήνας έστησαν παντού δομές αλληλεγγύης, φαντάζουν εξωπραγματικά με βάση την τακτική που ακολούθησε η Δημοτική Αρχή.

Συμπερασματικά, είναι δυστυχώς αδύνατο να μην παρατηρηθεί μια -αρχικά- συγκαλυμμένη δημαγωγία σε συνδυασμό με μια -μετέπειτα- διαχειριστική ανεπάρκεια. Ο Δήμαρχος φρόντισε να συσκοτίσει το ζήτημα της απειρίας του σε ζητήματα δημόσιας διοίκησης, υπερθεματίζοντας σε προοδευτικό λόγο, που απευθυνόταν σε ένα ιδιαίτερα διψασμένο κοινό, ειδικότερα μετά την τραυματική εμπειρία Κακλαμάνη. Ο Γιώργος Καμίνης χρησιμοποιήθηκε ως βιτρίνα κυρίως από το ΠΑΣΟΚ, ώστε να συσπειρώσει ετερόκλητους κύκλους σε μια μεταπολιτική αφήγηση της «προόδου», ώστε να φανούν ως υπερκομματικές και αναγκαίες οι πολιτικές που όριζε το μνημόνιο για τη τοπική αυτοδιοίκηση και να εγκατασταθεί εκεί ένα κομμάτι του κομματικού μηχανισμού, που έχανε την επιρροή του στη κεντρική εξουσία, όσο οι ευθύνες από τις κυβερνητικές επιλογές το άγγιζαν. Μαζί με τον Γιώργο Καμίνη, σύρθηκε και η δημοτική πλειοψηφία στον βωμό των πολιτικών σκοπιμοτήτων δημιουργίας μιας ευρύτερης παράταξης χωρίς κανένα κοινωνικό έρεισμα και αντίκτυπο.

Το αναγκαίο για την Αθήνα θα ήταν σε αυτή την εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία να διοικηθεί από μια αποφασιστική συμμαχία ανθρώπων που προέρχονται από μάχιμα κινήματα πόλης, αλλά και την ίδια τη τοπική αυτοδιοίκηση, ώστε να διαχειριστεί δίκαια τους περιορισμένους πόρους προς όφελος των ασθενέστερων και να προβάλλει την αναγκαία αντίσταση στις επιθυμίες ιδιωτικών συμφερόντων να αποκτήσουν ακόμα περισσότερα δημόσια αγαθά σε τιμές ευκαιρίας. Ξενίζει ίσως η λέξη «μάχιμα» στο εν γένει συντηρητικό εκλογικό σώμα, που παραδοσιακά αναδεικνύει τον εκάστοτε Δήμαρχο της Αθήνας, αλλά η περίπτωση Καμίνη αποδεικνύει την ανυπαρξία προοδευτικής πορείας των δημοτικών υποθέσεων χωρίς μάχιμη διάθεση και διασύνδεση με τη κοινωνία. Όση προσπάθεια και αν καταβάλλουν τα τηλεοπτικά μέσα να προβάλλουν το ενδιαφέρον φιλανθρωπικών ιδρυμάτων για τον πολεοδομικό σχεδιασμό και την αστική αναβίωση, οι εγκληματικές συμμορίες που εκμεταλλεύονται μετανάστες χωρίς χαρτιά, οι «επιχειρηματίες» της νύχτας που καταλαμβάνουν παράνομα πεζοδρόμια μετατρέποντάς τα σε parking νυχτερινών κέντρων, και οι εταιρίες ακινήτων που βρίσκουν συνεχώς μεθόδους να ιδιοποιηθούν δημόσια γη, δεν βρίσκουν καμία αντίσταση στη δράση τους.

Ευχή των Αθηναίων είναι η μάχη για την Αθήνα, που και επίσημα έχει ξεκινήσει πάλι, να μας απαλλάξει από τις κοσμικές αυταπάτες αστικής νομιμότητας που μας βασάνισαν τα τελευταία χρόνια, και να μας κάνει όλους συμμέτοχους στη προσπάθεια για αξιοπρεπή διαβίωση στο κέντρο και τις γειτονιές της πόλης μας.

====

κείμενο γραμμένο για την ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού UNFOLLOW 

H Καινοτομία ως παράγοντας ανάπτυξης και η δυνατότητες η Ελλάδα να εξάγει στο μέλλον προϊόντα υψηλής τεχνολογίας.

Standard

Το αρχικό ερώτημα έγκειται στο πως θα καταφέρει η Ελλάδα να ξεπεράσει τα ελλείμματα, να δημιουργήσει πλεονάσματα τα οποία θα οδηγήσουν σε βιώσιμη ανάπτυξη.

Ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης το οποίο θα μας αποτρέπει από μελλοντικές σπατάλες και θα είναι ικανό να (1) παράγει και εξάγει ανταγωνιστικά προϊόντα στις  ακριβές αγορές (2) κρατήσει στο εσωτερικό της χώρας τους νέους επιστήμονες και τους εργαζόμενους με υψηλές ικανότητες (3) συμβαδίζει με τις οικονομικές τάσεις στη Διεθνή και Ευρωπαϊκή αγορά απ’ την οποία συνήθως έρχονται οι αποφάσεις και ένα μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης (4) αξιοποιεί τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας (στη συγκεκριμένη έρευνα το πλεονέκτημα είναι το ανθρώπινο δυναμικό και οι επιδόσεις στο τομέα της καινοτομίας τη περίοδο 1994-2004 η οποία και μελετάται) Η ανάπτυξη εργασιών γύρω από τη δημιουργία προϊόντων υψηλής τεχνολογίας και η συνεπαγόμενη εμπορική πολιτική είναι το περιεχόμενο της λεγόμενης πολιτικής για τη καινοτομία της οποίας η ανάπτυξη θα αποτρέψει σύμφωνα με την υπόθεση μελλοντικές κρίσεις.

Ο λόγος που συστήνεται η έμφαση στη καινοτομία είναι επειδή ολόκληρη η Ευρώπη φαίνεται ανίκανη να ανταγωνιστεί τις αναπτυσσόμενες οικονομίες που βασίζονται στους χαμηλούς μισθούς, τη μαζική παραγωγή και τη χαμηλή φορολογία.  Είναι δεδομένο πως οι Ευρωπαϊκές οικονομίες δεν μπορούν να στραφούν στους χαμηλούς μισθούς γιατί θα χάσουν το καλύτερο κομμάτι του ανθρώπινου δυναμικού τους, ούτε στη χαμηλή φορολογία γιατί αυτό θα σημάνει το τέλος του κοινωνικού κράτους.

Το όραμα για τη “κοινωνία της γνώσης” διαδίδεται ως το κλειδί για την επάνοδο στην ανταγωνιστικότητα.  Πέρα όμως από την επικρατούσα αφήγηση, υπάρχει και η κλασική οικονομική θεωρία η οποία αναφέρει ξεκάθαρα τη τεχνολογία ως παράγοντα μετατόπισης της καμπύλης παραγωγικών δυνατοτήτων προς τα δεξιά, αλλά και η εκτενής βιβλιογραφία σχετικά με τη καινοτομία ως παράγοντα εξόδου από τη διεθνή οικονομική κρίση του ’30 με αρχικό αναλυτή τον Γιόσεφ Σουμπέτερ, και μετά τη πετρελαϊκή κρίση του “70.

Παρά την αξιοσημείωτη πρόοδο που έχουν επιτύχει στο τομέα αυτό η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, και η Ολλανδία, η μελέτη θέτει ως παράδειγμα για την Ελλάδα τη περίπτωση της Σουηδίας. Κυρίως για 2 λόγους. (1) Γιατί στη παγκόσμια κατάταξή στο δείκτη πολιτικών καινοτομίας για την ανάπτυξη έρχεται πρώτη, μια χώρα με έκταση και πληθυσμό σαν της Ελλάδας και (2) διότι κατά τις αρχές της δεκαετίας του ’90 αντιμετώπισε μια διπλή κρίση στο χρέος (το 1994 ξεπέρασε το 15% του ΑΕΠ) και στο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών η οποία προκλήθηκε από μια φούσκα στην αγορά των ακινήτων και βύθισε την οικονομία στην ύφεση, κλόνισε την ανταγωνιστικότητα, οδήγησε εξαιρετικούς επιστήμονες σε άλλες χώρες για αναζήτηση εργασίας και απείλησε να αποδιοργανώσει τη κοινωνική συνοχή και το κλίμα συναίνεσης που επικρατούσε στη χώρα για πάνω από 60 χρόνια.

Τα παραδείγματα από την αντιμετώπιση της κρίσης είναι πολύτιμα και για την Ελλάδα αλλά αφορούν περισσότερο τη χρηματοπιστωτική ανάλυση. Υπό σοβαρή έρευνα τέθηκε και το ερώτημα αν η Ελλάδα μπορεί να ελπίζει ότι θα αποφύγει τη χρεοκοπία. Τα ποσοστά της κατάφασης αυξάνουν με δεδομένη την ισχύ του ευρώ ως κοινού νομίσματος, την παγκόσμια πρωτιά της ευρωζώνης  στις εξαγωγές και την αποτυχία του προγράμματος εσωτερικής υποτίμησης στο τρέχον χρονικό διάστημα. Η Ελληνική οικονομία έχει φτάσει σε σημείο ελάχιστης αποδοτικότητας λόγω επικράτησης μονοπολίων που δεν της επιτρεπουν να συμβαδίσει με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές.

Παράλληλα οφείλει να ακολουθήσει ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης το οποίο θα αποδώσει στο μέλλον μόνο αν γίνει η κατάλληλη προετοιμασία την τρέχουσα περίοδο. Η μελέτη εξετάζει τη πορεία των εξαγωγών σε πατέντες για φαρμακευτικά προϊόντα, στις νανοτεχλογικές εφαρμογές και στις μικροηλεκτρονικές συσκευές. Κατά τη περίοδο 1994-2004 επετεύχθη σημαντική πρόοδος και στην έρευνα για τα σχετικά προϊόντα αλλά και στις πωλήσεις.  Μπορεί η Ελλάδα (βλ. ελληνική οικονομία) να ήταν από τις τελευταίες στους Ευρωπαϊκούς δείκτες για τις εξαγωγές στα τεχνολογικά προϊόντα, πράγμα που εν μέρει δικαιολογείται από τη πολύ περιορισμένη βιομηχανική παράδοση αλλά αυτό δεν την εμπόδισε να διεισδύσει στις αγορές της ΝΑ Ευρώπης και των χωρών πέριξ του Εύξεινου Πόντου και δημιουργήσει αξιοσημείωτη κερδοφορία.

Η μέθοδος, η ιεράρχηση των στόχων για τη καινοτομία και ο καθορισμός τους είχαν καταγραφεί σε γενικές γραμμές και ανακηρυχθεί από τη Στρατηγική της Λισαβόνας, η οποία, και από τα πιο επίσημα χείλη έχει αποτύχει. Έτσι ένα νέο φιλόδοξο μεν πιο αυστηρό και πιο αναλυτικό δε σχέδιο,  σε εφαρμογή είναι το “Ευρώπη 2020″ και οι στόχοι του και οι πολιτικές του αναλύονται εκτενώς. Εύλογο είναι το ερώτημα πως σε καιρούς λιτότητας μπορούν να γίνουν επενδύσεις σε τομείς υψηλών απαιτήσεων όπως ο υπό εξέταση. Ο ΟΟΣΑ απαντά με συστάσεις για περαιτέρω περικοπές στις αντιπαραγωγικές δημόσιες δαπάνες και δημιουργία κονδυλίων για τη παιδεία και την έρευνα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπερθεματίζει αυξάνοντας τα κονδύλια για την έρευνα και τη καινοτομία και συστήνει στις ελληνικές επιχειρήσεις να ακολουθήσουν το παράδειγμα του δημοσίου τομέα και να επενδύσουν στα τεχνολογικά προϊόντα.

Γίνεται μια καταγραφή όλων των φορέων που επικεντρώνουν τις εργασίες τους στη καινοτομία και παράθεση στατιστικών στοιχείων για τους κύκλους εργασιών τους και τις αποδόσεις τους. Επίσης τα συμπεράσματα για την εξέλιξη της μεγέθυνσης του κλάδου βασίζονται σε στατιστικά υποδείγματα που προσμετρούν τις πωλήσεις (νανοτεχνολογιών, φαρμακευτικών πατεντών, μικροηλεκτρονικών συσκευών), τη πάροδο των χρόνων, το αρχικό κεφάλαιο, τη γεωγραφική θέση, των αριθμό των εργαζομένων και την εξέλιξη των οικονομιών της περιφέρειας.

Γίνεται επίσης παράθεση απόψεων εμπειρογνωμόνων και αντιπαραβολή των ευρημάτων της εγχώριας βιβλιογραφίας με τη διεθνή. Οι προτάσεις πολιτικής που συνοδεύουν εν τέλει τη περίπτωση της Ελλάδας, ορίζουν πως:

(1) Για την αντιμετώπιση του περιορισμένου αντίκτυπο της καινοτομίας στην οικονομία και την απασχόληση,  προτείνεται η δημόσια προώθηση των επιτυχιών στον τομέα της καινοτομίας.

(2) Για να αυξηθεί η επίδραση των προγραμμάτων καινοτομίας και, ταυτόχρονα,προκειμένου να καταπολεμηθεί η γραφειοκρατία νέοι μηχανισμοί να επαναστοχοθετηθούν όπως ο Οργανισμός Προώθησης Ελληνικών Εξαγωγών.

(3) Για να δημιουργηθεί το κατάλληλο περιβάλλον για τη δημιουργία γνώσης και στρατηγικών για την καινοτομία, όλα τα διαθέσιμα ανθρώπινο δυναμικό θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ακόμα και αν απαιτεί υψηλές αμοιβές. Η πρωτοποριακή γνώση απαιτεί υψηλές αποδόσεις.  Χρειάζονται όργανα που να  εστιάζουν αυστηρά στη διαχείριση της καινοτομίας, ακόμη και αν αυτό σημαίνει τον τερματισμό των παλαιών και μη παραγωγικών.

(4) Για την αναβάθμιση της ποιότητας στην εκπαίδευση, το ελληνικό Υπουργείο Παιδείας θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι δημόσιοι φορείς θα λογοδοτούν στην κοινωνία και θα λειτουργούν υπό συνεχή αξιολόγηση της ποιότητας. Η χρηματοδότηση για την έρευνα και την ανάπτυξη είναι ένας σημαντικός παράγοντας και το βασικό κίνητρο για να επιτύχει είναι ο καθορισμός υψηλού επιπέδου της έρευνας.  Δημόσιοι οργανισμοί με υψηλά επίπεδα κέρδους πρέπει να χρηματοδοτούν ερευνητικά ιδρύματα.  (ενδεικτικά αναφέρεται πως το 15% των κερδών του αντίστοιχου ΟΠΑΠ στο Ισραήλ κρατείται για τη χρηματοδότηση της έρευνας στη καινοτομία)

H Συνεργατική καινοτομία (δημιουργία συστάδων) θα πρέπει να ενθαρρύνεται μεταξύ δημόσιας έρευνας και του υγειούς ιδιωτικού τομέα. Επειδή όμως όλα αυτά φαίνονται περιορισμένα στον ερευνητή σε σχέση με το μέγεθος της κρίσης που αντιμετωπίζει η χώρα, σαν κατακλείδα πρόταση πολιτικής συστήνεται η δημιουργία “θεματικών περιοχών” ανά την Ελλάδα, ουσιαστικά γύρω από τα πανεπιστημιακά ιδρύματα που πρωτοπορούν στην έρευνα για τη καινοτομία (Ηράκλειο, Πάτρα, Βόλος, Ιωάννινα) κατά το πρότυπο των “charter cities” του Paul Romer.

Στις περιοχές αυτές η νομοθεσία και δη το δημόσιο δίκαιο που αφορά τη φορολογία, το περιβάλλον και  τις πράξεις της διοίκησης προσαρμόζεται στις ανάγκες υπό ανάπτυξη βιομηχανίας με όρους συνεργατικής οικονομίας (ουσιαστικά αυτές είναι οι νέες βιομηχανικές ζώνες) δεσμεύοντας ένα κομμάτι των κερδών για περεταίρω  χρηματοδότηση αναπτυξιακών πρωτοβουλιών από τις τοπικές κοινωνίες.

Αυτή η αλλαγή θα έχει νόημα και θα είναι βιώσιμη εάν σχεδιαστεί σε βάθος χρόνου και με συνέπεια στις αρχικές συμφωνίες ώστε ο επενδυτής αλλά και ο επιστήμονας που θα αφοσιωθεί να λειτουργεί με προοπτική. Στο πεδίο της προοπτικής πρέπει να αναφέρεται ένα γενικότερο σχέδιο εκ μέρους της κυβέρνησης με επίκεντρο τη κοινωνική συνοχή και την επένδυση στον άνθρωπο.

——————————————-

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε υπό την επίβλεψη του καθηγητή Διεθνών Οικονομικών Thomas Ziesemer  του Ινστιτούτου Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών για τη Καινοτομία και τη Τεχνολογία του Πανεπιστημίου των Ηνωμένων Εθνών (UNU Merit). Υποβλήθηκε και αξιολογήθηκε από το επιστημονικό συμβούλιο της Σχολής Διακυβέρνησης  του Πανεπιστημίου του Μάαστριχτ.

What EU Governance for the era of Innovation?

Standard

Is Europe able to invest in high quality technology products in order to sustain development and overcome financial crisis? What policies should be followed to address the innovation era and benefit for the welfare of its people? Are current EU institutions able to turn Europe into a global player and if not what kind of reforms are needed?

Abstract
The research question is whether European Economy is able to rely on ICT exports to exit the current financial crisis. More specifically, whether its institutions worth to develop policies that will encourage in this direction as to create a common Innovation policy framework that will help increase production, create jobs and profits, thus overcome current crisis. This proposal is looking to investigate appropriate public policy guidelines to European Union to advance knowledge society through innovation. EU Governance should be therefore analysed as a political system suitable for reforms in order to enhance new technologies on its institutions and act as catalyst for both social and economical modernities on innovation management. These policy guidelines for EU governance wish to answer whether Europe is able from a public policy perspective to adjust in the Innovation era using economy as the mean of social transformation.

Analysis
According to the European Commission’s outlook Annual GDP this year is now forecast to contract by 0.1% in the EU and 0.4% in the eurozone. For 2014, economic activity is projected to expand by 1.4% in the EU and 1.2% in the eurozone1. GDP in Euro area declined by 0.2% in the first three months of 2013 from its level late last year, the sixth consecutive quarter of a recession that started in late 2011. Euro-zone area GDP is forecasted to shrink annually by 0.4% in 2013, following a contraction of 0.6% in 2012. Strong economies such as France and Germany may still rise but only marginally and southern economies keep shrinking. The dissimilarity between core and periphery affects also labour markets. Unemployment in Germany was just 5.4% of the workforce in March 2013, whereas in Greece and Spain it was around 27%2. The fiscal adjustment measures under implementation in the southern Europe are limited to helping the European economy deal with their debt and deficit issues and to return normally to financial markets.
Therefore, there is a need for a sustainable strategy that will open the door to prosperity and steer the whole European economy away from an economic dead-end. This proposal wishes to examine, from a public policy perspective, whether the European economic strategy can be based on ICT2 exports so as to increase its prospects of sustainable development and also to align itself with the development targets set in the Horizon 2020 Strategy. Specifically, Europe 2020 wishes to deliver growth that is: smart, through more effective investments in education, research and innovation, sustainable, thanks to a decisive move towards a low-carbon economy, and inclusive, with a strong emphasis on job creation and poverty reduction. The strategy is focused on five ambitious goals in the areas of employment, innovation, education, poverty reduction and climate/energy3. More specifically is setting the targets of :
1. Employment (75% of the 20-64 year-olds to be employed)
2. R&D (3% of the EU’s GDP to be invested in R&D)
3. Climate change and energy sustainability. Greenhouse gas emissions 20% (or even 30%, if the conditions are right) lower than 1990, 20% of energy from renewables, 20% increase in energy efficiency
4. Education. Reducing the rates of early school leaving below 10% at least 40% of 30-34–year-olds completing third level education
5. Fighting poverty and social exclusion at least 20 million fewer people in or at risk of poverty and social exclusion4

This proposal focuses on the “smart’ policies that will face the crisis of competitiveness plaguing Europe. The model that is used to compare public policies is “Svensca Modellen” of Sweden. The model is based on the experience on the Swedish banking crisis during 1990-1992 and the policies developed by the government to face the deficit created by a real estate bubble. The response of the Swedish government was to slash public spending and institute a series of reforms to improve Sweden’s competitiveness.
Subsequently, the improved outlook for the global economy, in combination with the rapid growth of the IT sector, helped Sweden emerge successfully from its crisis. Additionally, achievements in public sector’s R&D during last ten years in Eurozone of fast GDP increasing and growth such as evolution of nanotechnologies, intellectual products, microelectronics and biotechnologies are a great asset from the recent past that can be examined weather EU Governance has a contribution into a new sustainable development strategy for a “smart” society. In parallel it wishes to align with the Europe 2020 strategy and examine the efficiency of the policies implemented so far, as well as the policies the will be announced under the EC’s Digital Agenda also known as Horizon 20205.


This proposal adheres to the theory of innovation as developed by Joseph Schumpeter. Specifically, Schumpeter examines the role played by innovation in national economies and how it contributes to economic growth. Schumpeter concludes that innovation could be likened to “creative destruction” in sense that it restructures the economy by favoring those players that are more prepared to bring about the necessary changes that will result in a more innovation oriented economy. In his own words, the author writes: “the problem that is usually visualized is how capitalism administers existing structures, whereas the relevant problem is how it creates and destroys them6”. The Governance model is based on Etzkowitz’s and Leydesdorff’s “Triple Helix Theory7” That theory promotes a sustainable model of cooperation between universities, private companies and the state so as to achieve the harmonization of means by respecting each other’s work and at the same time promote science and technological change for public benefit. In this proposal, the role of state is covered by Eu Institutions, thus EU Governance should shape its policy bodies into the suitable ones that will support this successfull model.
 
 
The Policy Guidelines.

Main policy guidelines for Innovation come from EU’s Horizon 2020 policy benchmark, Innovation Union Scoreboard8 and for EU Governance from the Buonanno, Nugent and Castaldi9 federalist approach10. A sustainable model will be successful if implemented by a politically strong institution. As “strong” is considered an institution armed with all necessary responsibilities and funds.

According to the European Innovation Scoreboard “The EU27 has managed to significantly close its performance gap with both the US and Japan but the gap with South Korea has increased. The EU27 has increased its performance lead over Australia and Canada and has kept its lead over Brazil, India, Russia and South Africa”. Innovation performance in the US, Japan and South Korea is above that of the EU27. Compared to last year’s results, South Korea has joined the US as the global innovation leader. The EU27 is outperforming the other countries, in particular all BRICS countries. South Korea has joined the US as the most innovative country compared to the IUS 2011″.

It is clear that a new, sustainable model of EU Governance for Innovation should be implemented and boost growth across Europe. The current crisis should act as an opportunity for closer cooperation between 27 European states and bring results for the benefit of society. This phd proposal wishes to re-examine all policy benchmarks (such as R&D expenditures, innovating SME’s, interdisciplinary academic and industrial consortia financing and establishment) under the prism of a single politically strong European institution that will be able to decide and fund all policy gaps appearing throughout the years, affecting EU’s Governance efficiency and sustain growth.

References

1Spring forecast 2013 – The EU economy: adjustment continues

2European economy guide Taking Europe’s pulse May 15th 2013, by Economist.com.

3http://ec.europa.eu/europe2020/europe-2020-in-a-nutshell/priorities/index_en.htm

4http://ec.europa.eu/europe2020/europe-2020-in-a-nutshell/targets/index_en.htm

5 http://ec.europa.eu/research/horizon2020/index_en.cfm

6 Schumpeter J. (1942) Capitalism, Socialism and Democracy

7 Leydesdorff, H., Etzkowitz, H., Emergence of a Triple Helix of University-Industry-Government Relations, Science and Public Policy, 1996

http://ec.europa.eu/enterprise/policies/innovation/files/ius-2013_en.pdf

9 Roberto Castaldi, Towards a Federal Democracy in Europe? 2011

10 Laurie Buonanno and Neill Nugent, 2011

Το νόμισμα δεν είναι φετίχ αλλά ούτε και πανάκεια

Standard

Tsolias_molotof_toixos

Η ένταξη της Ελλάδας στην «οικονομική νομισματική ενότητα» (ΟΝΕ) δέκα χρόνια πριν,συνδέθηκε με την υπόσχεση για ανάπτυξη και σταθερότητα. Τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού θα διευκόλυναν τις επενδύσεις και αυτές με τη σειρά τους τις θέσεις εργασίας. Η παραγωγή θα αυξανόταν και τα δημόσια έσοδα θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν και να επεκτείνουν τιςκοινωνικές παροχές. Όπως φιλόδοξα είχε ανακοινωθεί από τον τότε πρωθυπουργό:«περιορίζονται οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι, το τίμημα των υψηλών πραγματικών επιτοκίων, η αβεβαιότητα για την τύχη της προσωπικής αποταμίευσης ή του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης στο νέο περιβάλλον δημιουργούν το υγιές πλεόνασμα για την επέκταση των κοινωνικών πολιτικών συνοχής και αλληλεγγύης».

Τι έγινε όμως στην Ευρώπη και τον κόσμο;

Μέχρι την εμφάνιση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, το 2008, οι περισσότερες από τις παραμέτρους των υποσχέσεων έμοιαζαν εφικτές. Στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες τηςευρωζώνης έγιναν νέες επενδύσεις και στηρίχτηκαν αρκετές κοινωνικές παροχές. Παράλληλα βέβαια, πολλές μεγάλες επιχειρήσεις αποχώρησαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), αναζητώντας αγορές με μικρότερο λειτουργικό κόστος ή ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς. Ακολούθωςσημαντικό μέρος των δημοσίων εσόδων των κρατών μελών της χάθηκε χάρη στη μεταβολή αυτή, τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού των κρατών δεν ήταν αρκετά για να ισοσκελίσουν αυτή την απώλεια, και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να εμπορευματοποιηθούν οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας και σταδιακά να συρρικνωθούν. Η εργασιακή ανασφάλεια με τη σειρά της πλήγωσε την αγοραστική δύναμη και έκτοτε η Ευρώπη εισήλθε και επίσημα σε ύφεση.

Παράλληλα με το μέτωπο της δημοσιονομικής πολιτικής, πλήγμα δέχτηκε και η νομισματική πολιτική. Η περίφημη σταθερότητα του νομίσματος έγινε καπνός όταν πάνω από τα μισά κράτη μέλη παραβίασαν τα όρια για το έλλειμμα του δημοσίου και το εξωτερικό χρέος, όταν η«ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα» (ΕΚΤ) παραβίασε τον όρο για τη μη-διάσωση (αγορά ομολόγων)των υπό χρεοκοπία κρατών -και αποδέχτηκε τη διάκριση των εθνικών οικονομιών ανάλογα με τη δυναμική του χρέους, ενώ αρχικά (πριν τα προγράμματα διάσωσης/ανακεφαλαιοποίησης) η υπόσχεση ήταν πως όλες οι οικονομίες θα είχαν ίδιες δυνατότητες δανεισμού και υψηλή αξιολόγηση από τους επενδυτικούς οίκους.

Ακόμα μεγαλύτερη συμβολή στην αύξηση των επενδυτικών κινδύνων είχαν οι πρόσφατες αποφάσεις για την κυπριακή οικονομία, οι οποίες αμφισβήτησαν δημόσια τη τραπεζική πίστη μέσω της δέσμευσης των καταθέσεων και εμπόδισαν τον περιορισμό των κεφαλαίων που μέχρι πρότινος αποτελούσε πυλώνα σταθερότητας.

Οι αποφάσεις αυτές έστειλαν το μήνυμα προς τους επενδυτές αλλά και τους πολίτες της ΕΕ πως δεν υφίσταται ούτε η στοιχειώδης αλληλεγγύη μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, αλλά το αντίθετο: κάθε μέλος επιδιώκει να διασώσει όσα πλεονεκτήματα δύναται, σε ένα περιβάλλον διάλυσης. Η παραπάνω διαπίστωση ενισχύεται από την παρατηρούμενη αύξηση των τραπεζικών αποθεματικών των πλεονασματικών κρατών της ζώνης του ευρώ, εξ’ αιτίας της ανασφάλειας για της καταθέσεις που υπάρχει στις χώρες του νότου. Το σχέδιο που είχε παρουσιάσει ένα χρόνο πριν το «ινστιτούτο Μπρίγκελ» για τεμαχισμό της ευρωζώνης υπό αυτές τις εξελίξεις επιβεβαιώνεται.

Ο απαραίτητος συντονισμός μεταξύ των κρατών που θα μπορούσε να σταθεί ανάχωμα στην διεθνή ύφεση με εργαλεία την έκδοση χρήματος από την ΕΚΤ και την αναδιανομή πλούτου μέσω κοινού προϋπολογισμού για να κλείσει το χάσμα βορρά-νότου, όχι μόνο δεν επιστρατεύτηκαν,αλλά δυσφημίστηκαν ως προάγγελοι πληθωρισμού το ένα και δημοσιονομικής χαλάρωσης το άλλο. Αντ’ αυτού, επιβλήθηκε ένα «σύμφωνο δημοσιονομικής σταθερότητας» σε όλα τα κράτη-μέλη το οποίο τα υποχρεώνει με συνταγματική επιταγή να ισοσκελίζουν τους προϋπολογισμούς τους, πράγμα που υπονομεύει την αγοραστική δύναμη και την ανάπτυξη, αφού αναγκαστικά περνά μέσα από τη μείωση των εισοδημάτων.

Τι έγινε στην Ελλάδα;

Στην Ελλάδα επιβλήθηκαν οικονομικά προγράμματα τα οποία είχαν όλα ως κοινό παρανομαστή τη μείωση των κοινωνικών παροχών και των δημοσίων δαπανών, την αύξηση της φορολογίας, τιςιδιωτικοποιήσεις και την περαιτέρω χαλάρωση των εργασιακών σχέσεων. Στο πρόβλημα δηλαδή της ύφεσης, η απάντηση ήταν μέτρα που φέρνουν περισσότερη ύφεση με σκοπό να ισοσκελιστεί ο προϋπολογισμός και να επιστρέψει η χώρα στις αγορές. Πράγμα που ποτέ δεν έγινε, όσες φορές και αν διακηρύχθηκε από το 2009. Ούτε βέβαια το επενδυτικό κλίμα βελτιώθηκε, όσο και αν χαλάρωσαν οι εργασιακές σχέσεις και μειώθηκε ο βασικός μισθός, αφού οι περιορισμοί που θέτει από μόνη της η ΟΝΕ εξαναγκάζουν τον επενδυτή να επιχειρεί σε μια αγορά με ακριβό νόμισμα,δίχως την αναγκαία ποσότητα καταναλωτών.

Κινήσεις που θα μπορούσαν να είχαν γίνει για να ξεφύγει η χώρα από το βραχνά του χρέους και να επανεκκινήσει την οικονομία της, όπως ο δημόσιος έλεγχος των τραπεζών με σκοπό τη χρηματοδότηση έργων που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και η ακύρωση του μέρους τους χρέους που δεν οδηγεί σε οικονομική μεγέθυνση, δυσφημίστηκαν συλλήβδην ως «ανεύθυνες». Αντ’ αυτών βλέπουμε επιχειρήσεις να κλείνουν ή να αποχωρούν, την ανεργία να αυξάνεται και την αβεβαιότητα να εντείνεται.

Όλες δηλαδή οι υποσχέσεις που συνόδευσαν την ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη, δημιουργώντας την απαραίτητη κοινωνική πλειοψηφία, έχουν σήμερα απαξιωθεί στο όνομα μάλιστα της παραμονής της χώρας στη ζώνη του ευρώ. Επιπλέον, η χώρα έχει δεσμευτεί στη δημιουργία ειδικού λογαριασμού αποπληρωμής χρέους στον οποίο θα οδηγούνται όλα όσα δημόσια έσοδα καταφέρουν να δημιουργηθούν. Όσο λοιπόν και να προσπαθήσει να προσελκύσει επενδύσεις, όσο και να προσπαθεί να αυξήσει τη παραγωγή («να σηκώσουμε τα μανίκια και να δουλέψουμε σκληρά») όσο ακόμα και να προσπαθεί να τηρήσει τους όρους του Μάαστριχτ -που όλοι έχουν παραβιάσει- η προοπτική της ανάπτυξης όχι μόνο θα είναι απούσα, αλλά και ανέφικτη για όσα χρόνια η χώρα ακολουθεί αυτή τη δέσμευση.

Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς πως αν η συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ είναι κενή περιεχομένου σε σχέση με όσα εξαγγέλθηκαν και δημιούργησαν κάποτε κοινωνική πλειοψηφία -και μόνο ως τιμωρία για τα απείθαρχα κράτη λειτουργεί- τότε η συμμετοχή αυτή πρέπει να επανεξεταστεί. Και να μην αντιμετωπίζεται ως φετίχ.

Και τι πρέπει να γίνει;

Δεν υπάρχουν σταθερές επιλογές. Υπάρχουν σταθερές ανάγκες -και με βάση αυτές πρέπει να γίνονται οι όποιες επιλογές. Ανάγκες όπως η δημόσια περίθαλψη, η εκπαίδευση και η εξασφάλιση των δημόσιων εσόδων από την εκμετάλλευση του εθνικού πλούτου. Αν αποδειχθεί ότι οι κεντρικές πολιτικές επιλογές δεν ικανοποιούν κοινωνικές ανάγκες, τότε οι επιλογές οφείλουν να αλλάξουν.

Η Ελλάδα έχει ανάγκη από ένα σχέδιο που όχι μόνο θα εξασφαλίζει δανεικό χρήμα στα ταμεία του δημοσίου, αλλά θα οδηγεί αυτό το χρήμα στη δημιουργία πλούτου και θα τον διανέμει κοινωνικά δίκαια. Αν αυτό υπό τις παρούσες συνθήκες δε μπορεί να συμβεί, τότε θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα έκδοσης εθνικού νομίσματος.

 Επιπλέον, δεν αρκεί να αποδεσμευτεί η χώρα από της παράλογες δεσμεύσεις που επιβάλλουν οι δανειστές της. Πρέπει να εξασφαλιστεί πως η επανεθνικοποίηση της νομισματικής πολιτικής θα συμβάλλει στη κοινωνική δικαιοσύνη. Υπάρχει κίνδυνος δηλαδή να συμβεί και το αντίθετο. Να τυπώνει στο μέλλον η χώρα νόμισμα, αλλά τον έλεγχο των επενδύσεων να έχει η οικονομική ελίτ που χρεοκόπησε τη χώρα και οι κοινωνικές ανισότητες να ενταθούν. Το νόμισμα δηλαδή δεν είναι πανάκεια. Απαραίτητο αντίστοιχα είναι να ανακτήσει η Ελλάδα και το κομμάτι της δημοσιονομικής πολιτικής που έχει παραχωρήσει de facto στους δανειστές της ώστε να εξασφαλίσει ότι αυτές οι κοινωνικές ανάγκες θα ικανοποιηθούν στο μέγιστο δυνατό και δε θα θυσιαστούν.

Ο σχεδιασμός βέβαια αυτός είναι πολιτικός. Οι κοινωνικές δυνάμεις που είναι πρόθυμες να μην κάνουν περαιτέρω υποχωρήσεις και θυσίες για τη κοινή νομισματική πολιτική έχουν συγκροτηθεί. Αυτό που απομένει είναι ο πολιτικός φορέας που παρουσιάσει το συντομότερο δυνατό ένα βιώσιμο εναλλακτικό σχέδιο για τη χώρα. Ένα σχέδιο που θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις κοινωνικής ευημερίας μέσα από επεξεργασμένες και πειστικές δημόσιες πολιτικές.

Κωνσταντίνος Νικολόπουλος, 14/4/2013, http://www.ppol.gr

Μια πολύ θετική εξέλιξη για τα δικαιώματα του παιδιού

Standard

Με το Προαιρετικό Πρωτόκολλο της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με τη Διαδικασία Αναφορών, το οποίο υιοθετήθηκε στηΝέα Υόρκη τον Δεκέμβριο του 2011, τα παιδιά θύματα βίας, εργασιακής εκμετάλλευσης, σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης, έχουν το δικαίωμα αναφοράς στην Επιτροπή Δικαιωμάτων του Παιδιού σε περίπτωση που δεν τύγχαναν προστασίας στη χώρα τους και είχαν εξαντλήσει τα εθνικά μέσα. Επίσης, σε περίπτωση που η Επιτροπή λάβει αξιόπιστες πληροφορίες για συστηματικές ή σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων των παιδιών από ένα Κράτος έχει τη δυνατότητα να διενεργήσει έρευνα σχετικά.

http://enfo.gr/ar2419

Ο Kailash, η Malala, η Nabila και τα Δικαιώματα του Παιδιού

Standard

Τη Παρασκευή 10 Οκτωβρίου η Σουηδική Επιτροπή απένειμε το Νόμπελ Ειρήνης για το έτος 2014 στον Kailash Satyarthi και τη Malala Yousafzai, δύο ανθρώπους που αγωνίστηκαν ενάντια στην παιδική εργασία και εκμετάλλευση, και υπέρ του δικαιώματος των παιδιών στην εκπαίδευση.

http://enfo.gr/ar3199