Η παροχή υψηλού επιπέδου ανώτατης εκπαίδευσης  ως μοχλός ανάπτυξης της Ελληνικής Οικονομίας.

paidi

Η παιδεία στην Ελλάδα αντιμετώπιζε για πολλά χρόνια το πρόβλημα της υποχρηματοδότησης. Παρ’όλα αυτά η Ελληνική κοινωνία έχοντας την εκπαίδευση ως υψηλή αξία, συνεχίζει να την ενισχύει με κάθε μέσο.

Η οικονομική ύφεση των τελευταίων χρόνων ενέτεινε αυτά τα προβλήματα σε βαθμό τα σχολεία και τα πανεπιστήμια να μην μπορούν να λειτουργήσουν ικανοποιητικά λόγω έλλειψης προσωπικού και οι μαθητές και οι φοιτητές να μην δύναται να παρακολουθήσουν μαθήματα λόγω οικονομικών και κοινωνικών δυσκολιών. Με αυτή τη συνθήκη χάνεται κατ’ουσίαν το δικαίωμα όλων των Ελλήνων στην εκπαίδευση και υπονομεύεται σε βάθος η προοπτική της χώρας σε μια ανθρώπινη ανάπτυξη με κοινωνικά δίκαιο χαρακτήρα.

Η Ελλάδα όπως και πολλές ευρωπαϊκές χώρες, βρίσκονται σε έναν φαύλο κύκλο, με τις πολιτικές λιτότητας που επιδεινώνει το προβλήμα της ανεργίας των νέων. Αυτές οι πολιτικές είναι όχι μόνο περιττές, αλλά και ζημιογόνες, γιατί υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί μια γενιά ανεπαρκώς εξοπλισμένων νέων να δρομολογήσουν τη μελλοντική ανάπτυξη. Όπως επεσήμανε το 1937ο John Maynard Keynes , «Η έκρηξη, όχι η ύφεση, είναι η κατάλληλη στιγμή για λιτότητα στο Υπουργείο Οικονομικών.” Κατά την τρέχουσα ύφεση, οι ευρωπαϊκές χώρες θα πρέπει να επενδύουν στο ανθρώπινο δυναμικό τους, να τονώσει το δυναμικό ανάπτυξης των οικονομιών τους »

Ανταποκρινόμενος στην ανάγκη των κρατών να μην υπονομεύσουν οριστικά το δικαίωμα όλων στην ανθρώπινη ανάπτυξη, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, επικαιροποιεί κάθε χρόνο τον “Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης”, ως μια έκθεση προόδου επί συγκεκριμένων συνθηκών ζωής για κάθε χώρα, ώστε να γίνεται αντιληπτό το πεδίο παρέμβασης στο οποίο οι ηγεσίες ωφείλουν να αναπτύξουν δημόσιες πολιτικές.

Όσον αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, οι ευαίσθητοι τομείς παγκοσμίως αναφέρονται σε:

  1. Αναμενόμενη έτη εκπαίδευσης (έτη)
  2. Ποσοστό αλφαβητισμού ενηλίκων (% ηλικίας 15 ετών και άνω)
  3. Μικτό ποσοστό εγγραφών: προσχολική (% των παιδιών ως πληθυσμού προσχολικής ηλικίας)
  4. Μικτό ποσοστό εγγραφών, πρωτοβάθμια (% της πρωτοβάθμιας ως πληθυσμού σχολικής ηλικίας)
  5. Μικτό ποσοστό εγγραφών, δευτεροβάθμια (% της δευτεροβάθμιας ως πληθυσμού σχολικής ηλικίας)
  6. Μικτό ποσοστό εγγραφών, τριτοβάθμια (% πληθυσμού άνω των 17)
  7. Μέσος όρος ετών σχολικής εκπαίδευσης (έτη)
  8. Πληθυσμός με τουλάχιστον κάποια δευτεροβάθμια εκπαίδευση (% ηλικίας 25 ετών και άνω)
  9. Ποσοστό εγκατάλειψης του δημοτικού σχολείου (% παιδιών του δημοτικού σχολείου)
  10. Εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που εκπαιδεύονται για να διδάξουν
  11. Οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση (% του ΑΕΠ)
  12. Αναλογία μαθητή-δασκάλου, του δημοτικού σχολείου (αριθμός μαθητών ανά δάσκαλο)
  13. Αναμενόμενα έτη εκπαίδευσης (για αγόρια)
  14. Αναμενόμενα έτη εκπαίδευσης (για κορίτσια)
  15. Μέσος όρος ετών εκπαίδευσης (αγόρια)
  16. Μέσος όρος ετών εκπαίδευσης (κορίτσια)
  17. Νεολαία εκτός σχολείου και εργασίας (% πλυθησμού ηλικιών 15-24 ετών)
  18. Διεθνής κινητικότητα φοιτητών (% συνολικού φοιτητικού πλυθησμού)
  19. Εργατικό δυναμικό με πανεπιστημιακή εκπαίδευση
  20. Ανισότητες στην εκπαίδευση (καταγραφή δικαιώματος πρόσβασης)

Οι παραπάνω δείκτες καταγράφουν το ελάχιστο απαιτούμενο επίπεδο εκπαίδευσης με παγκόσμια αναφορά. Για την Ελλάδα οι αναφορές είναι σε γενικές γραμμές θετικές, με ανησυχητικά σημεία:

  1. Το ποσοστό εγκατάλειψης του δημοτικού σχολείου 5.6%,
  2. Τις δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση 2.7%,
  3. Τον αριθμό μαθητών ανά δάσκαλο 9.1,
  4. Το μέσο όρο ετών εκπαίδευσης για τα κορίτσια 9.8 έτη,  
  5. Το πολύ υψηλό ποσοστό νεολαίας εκτός σχολείου και εργασίας 20.4%
  6. Την αρνητική διεθνή κινητικότητα φοιτητών -0.8
  7. Το χαμηλό ποσοστό 29% εργαζομένων με πανεπιστημιακή εκπαίδευση.

Τα παραπάνω στοιχεία συνθέτουν τους παράγοντες που συμβάλλουν στις ανισότητες στην εκπαίδευση και δημιουργούν τις συνθήκες για υπαγωγή των παιδιών και των νέων σε καθεστώς φτώχειας. Είναι πάντως ενθαρρυντικό πως παρά τη γενικευμένη μείωση των εισοδημάτων, τα περισσότερα παιδιά δεν εγκατέλειψαν το σχολείο ή το πανεπιστήμιο όπως συγκριτικά συμβαίνει σε άλλες χώρες, και αυτό ωφείλεται στις πιέσεις που ασκεί η οικογένεια και ο κοινωνικός περίγυρος. Η περιθωριοποίηση όμως που βιώνει το 20.4% του νεανικού πλυθησμού και ο μειούμενος αριθμός εισαχθέντων στη τριτοβάθμια εκπαίδευση, αφαιρεί -αν συνεχιστεί- από τη χώρα, την ευκαιρία να επενδύσει στο υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό. Είναι άλλωστε αξιοθαύμαστο πως, όπως καταγράφει και η έκθεση “Στρατηγική για την Ανώτατη Εκπαίδευση στην Ελλάδα 2016-2020” το επίπεδο των επιστημονικών δημοσιεύσεων των Α.Ε.Ι. στην Ελλάδα την περίοδο 1998-2014 και ειδικά μετά το 2012 έχει αυξηθεί θεαματικά. Η ίδια όμως έκθεση καταγράφει πως το ερευνητικό προσωπικό σε σχέση με το σύνολο του εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα είναι χαμηλότερο του μέσου όρου της Ε.Ε.-27 (το 2011 το ποσοστό του προσωπικού της Ε.Ε. σε Ισοδύναμο Πλήρους Απασχόλησης (Ι.Π.Α) στη συνολική απασχόληση ήταν στην Ελλάδα 0.9%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό της ΕΕ-27 ήταν 1.2%). Ωστόσο, τόσο ο αριθμός των ερευνητών (πίνακας 1), όσο και οι νέοι αποκτήσαντες διδακτορικό δίπλωμα ανά 1.000 νέους ηλικίας 25-34 ετών αυξήθηκαν κατά την περίοδο 2000-08 με ταχύτερο ρυθμό από τους αντίστοιχους Ευρωπαϊκούς ΜΟ. Η νέα αυτή κοινότητα ερευνητών έχει δημιουργηθεί μετά από πολλά χρόνια επένδυσης της Ελληνικής κοινωνίας στη γνώση και βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε στρατηγικό αδιέξοδο. Οι ευκαιρίες απασχόλησης στην Ελλάδα είναι μειούμενες, και ο ανταγωνισμός εκτός Ελλάδας εντωνότατος.

Δεδομένων των συνθηκών ανασφάλειας που βιώνει το νέο σε ηλικία ερευνητικό δυναμικό είναι μεγάλη και η ανάγκη υπεράσπισης αυτού του νέου “ακαδημαϊκού πρεκαριάτου”, των επιστημόνων που είναι ευάλωτοι σε ελαστικές σχέσεις εργασίας, ζουν με καθεστώς προσωρινότητας και απουσίας ουσιαστικής κοινωνικής μέριμνας. Την ίδια χρονική συγκυρία που η ελληνική κοινωνία έχει δημιουργήσει ένα τεράστιο πλούτο επιστημόνων με υψηλά προσόντα, η ελληνική οικονομία σε συνδυασμό με ένα σύνολο κατεστημένων αντιλήψεων στα ΑΕΙ αδυνατεί να τους αξιοποιήσει και στη καλύτερη των περιπτώσεων τους μετατρέπει σε θύματα εκμετάλλευσης.

research-and-development-personnel-by-sectors-of-performance

Πίνακας 1:Προσωπικό σε Έρευνα και Ανάπτυξη στην Ευρώπη.

Πηγή: Eurostat/http://ec.europa.eu/eurostat/tgm/table.do?tab=table&plugin=1&language=en&pcode=tsc00002

Η απάντηση σε αυτό το αδιέξοδο, αποτελεί και την ουσιαστική συμβολή της ανώτατης εκπαίδευσης στην αναπτυξιακή προοπτική της Ελληνικής οικονομίας.

Ουσιαστικά πρόκειται για ένα πλαίσιο αναγκαίων δημόσιων παρεμβάσεων με σκοπό να αναστραφεί η πορεία εξόδου των νέων ερευνητών από τη χώρα και η μετατροπή των Ελληνικών ΑΕΙ σε πόλ έλξης των ερευνητών παγκοσμίως.

Όσο και αν ο παραπάνω στόχος φαντάζει ουτοπικός, αν κανείς μελετήσει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ανώτατης εκπαίδευσης και ερευνητικής εργασίας που αποδείχθηκαν ανθεκτικά στις συνθήκες της ύφεσης, θα ανακαλύψει πως υπάρχουν κοιτήδες ποιότητας οι οποίες μπορούν να μετατραπούν σε πυλώνες εξωστρέφειας.

Πιο συγκεκριμένα, το ερευνητικό έργο που συγκεντρώνει μεγάλο εμπορικό ενδιαφέρον αφορα:

  1. Τις παντέντες σε φαρμακευτικά προϊόντα
  2. Τη διερεύνηση νέων δυνατοτήτων στις νανοτεχνολογίες
  3. Τη παροχή εφαρμογών στην τουριστική οικονομία
  4. Τα ποιοτικά αγροτικά προϊόντα
  5. Την εκμετάλλευση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας

Οι παραπάνω τομείς της οικονομίας βρίσκονται σε πλήρη εναρμόνιση με το ακαδημαϊκό/ερευνητικό έργο των ΑΕΙ και αποτελεί όρο επιβίωσης της Ελληνικής οικονομίας, το έργο αυτό να διαφυλαχθεί.

Στην Ελλάδα εκπονήθηκαν μία εθνική και 13 περιφερειακές στρατηγικές έρευνας και καινοτομίας για την έξυπνη εξειδίκευση. Η εθνική Στρατηγική για την Έξυπνη Εξειδίκευση εκπονήθηκε από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων ενώ κάθε Περιφέρεια ήταν υπεύθυνη για την εκπόνηση της δικής της στρατηγικής. Συντονιστικό ρόλο στη συνολική διαδικασία είχε η Ειδική Υπηρεσία Στρατηγικής, Σχεδιασμού και Αξιολόγησης (ΕΥΣΣΑ) του Υπουργείου Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού.

Στο πλαίσιο της εκπόνησης των στρατηγικών αυτών, η χώρα και οι Περιφέρειές της κλήθηκαν να εντοπίσουν τις δραστηριότητες εκείνες στις οποίες παρουσιάζουν ή είναι σε θέση να οικοδομήσουν, ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και σε αυτές να επικεντρώσουν τους διαθέσιμους πόρους και τις προσπάθειες, ώστε να καταστεί δυνατή η επίτευξη σημαντικών αναπτυξιακών αποτελεσμάτων. Η διερεύνηση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της εκπόνησης της Εθνικής Στρατηγικής οδήγησε στον εντοπισμό οκτώ κλάδων στους οποίους η έρευνα και η καινοτομία μπορούν να συμβάλουν στην ανάπτυξη σημαντικού ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, ενώ συνυπολογίσθηκε η κρίσιμη μάζα και η αριστεία του ερευνητικού δυναμικού.

Οι κλάδοι αυτοί είναι οι εξής:

  1. Αγρο-διατροφή
  2. Υγεία – φάρμακα
  3. Τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών
  4. Ενέργεια
  5. Περιβάλλον και βιώσιμη ανάπτυξη
  6. Μεταφορές
  7. Υλικά – κατασκευές
  8. Τουρισμός – Πολιτισμός – Δημιουργικές βιομηχανίες

Γίνεται λοιπόν αντιληπτό πως οι αναπτυξιακές προτεραιότητες της χώρας, συμβαδίζουν με το ακαδημαϊκό και ερευνητικό ενδιαφέρον σε μεγάλο βαθμό, τέτοιο που καθίσταται αυτόματως εξαιρετική ανάγκη, η δημιουργία συστάδων καινοτομίας που θα διασφαλίζουν τη συνεργασία και αλληλοστήριξη των διακριτών φορέρων. Το Υπουργείο Παιδείας έχει προς αυτή τη κατεύθηνση μελετήσει και εντάξει προς χρηματοδότηση, τη δημιουργία μονάδων καινοτομίας και επιχειρηματικότητας οι οποίες θα διασφαλίζουν την ανάπτυξη επιχειρηματικής κουλτούρας στους φοιτητές εφοδιάζοντας τους παράλληλα με όλα εκείνα τα απαράιτητα θεσμικά και τεχνικά εργαλεία που θα τους χρησιμεύσουν ώστε να διοχετεύσουν στην αγορά τα ερευνητικά τους αποτελέσματα με μορφή προϊόντων ή υπηρεσιών.

Παράλληλα, για την υποστήριξη του ακαδημαίκού και ερευητικού έργου προωθείται πρόγραμμα υποτροφιών που αφορά: Κατόχους διδακτορικού για απόκτηση ακαδημαϊκής και διδακτικής εμπειρίας, Ερευνητικές Ομάδες, Υποστήριξη διδακτορικής και μεταδιδακτορικής έρευνας σε Πανεπιστήμια, ΤΕΙ και Ερευνητικά Κέτρα. Στόχος είναι να διευρηνθεί η ερευνητική βάση στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα το διδακτικό έργο. Η μεγαλύτερη παρέμβαση στην υποστήριξη του οποίου είναι η διασφάλιση 1000 νέων θέσεων ΔΕΠ για το 2017 και προοπτική να υπερκαλυφθούν οι 3.176 θέσεις ΔΕΠ που χάθηκαν από το 2008 όπως δείχνει ο πίνακας 2.

Πίνακας 2: Ανώτατη Εκπαίδευση (Πανεπιστήμια): Διδακτικό προσωπικό, φοιτητές και πτυχιούχοι, λήξη ακαδημαϊκών ετών 2003/04 – 2014/15Πηγή: Διεύθυνση Κοινωνικών Στατιστικών ΕΛΣΤΑΤ. Επεξεργασία: Μονάδα Α, Επιτελικής Δομής ΕΣΠΑ – Τομέα Παιδείας, ΥΠ.Π.Ε.Θ.

Ιδιαίτερη μέριμνα σε αυτές τις παρεμβάσεις πρέπει να δωθεί και στο εργασιακό περιβάλλον στο οποίο το ανθρώπινο δυναμικό θα αναπτύξει τις δεξιότητες του. Οι αμοιβές ωφείλουν να είναι αντίστοιχες με τα προσόντα του και οι ευκαιρίες ανέλιξης εξασφαλισμένες. Ταυτόχρονα οι διδακτικές και ερευνητικές υποδομές οφείλουν να εξυπηρετούν το έργο του ανθρώπινου δυναμικού και όχι να το υπονομεύουν.  

Για την εξυπηρέτση των αναπτυξιακών στόχων της Ελληνικής οικονομίας απαραίτητες κρίνονται οι εξής παρεμβάσεις:

  • Η επαναξιολόγηση και ο επαναπροσδιορισμός του ρόλου των ΑΕΙ στην πορεία διαμόρφωσης ενός ενιαίου χώρου ΑΕΙ και ΕΚ
  • Η ανάπτυξη ερευνητικών υποδομών και η ανοιχτήπρόσβαση ως πολλαπλασιαστές της ερευνητικής απόδοσης
  • Η στοχευμένη και επαρκής χρηματοδότηση ως όργανο εθνικής στρατηγικής στην εκπαίδευση και την έρευνα

Η στοχευμένη και επαρκής χρηματοδότηση ως όργανο εθνικής στρατηγικής στην εκπαίδευση και την έρευνα

Ψήφιση ειδικού νόμου για την δημιουργία Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας με ανεξάρτητη διοίκηση από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία με εγγύηση αξιόπιστων και αδιάβλητων διαδικασιών αξιολόγησης των ερευνητικών προτάσεων.

Σκοπός του Ιδρύματος θα είναι η κάλυψη ερευνητικών αναγκών, η δικτύωση των ερευνητών και ακαδημαϊκών μονάδων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, η συμβολή στην αξιοποίηση εμπορικά εκμεταλλεύσιμων και μη αποτελεσμάτων και η διασύνδεση με την υγιή, καινοτόμο επιχειρηματικότητα. Στόχος να ξεπεραστεί η διαχειριστική αδυναμία των ΕΣΠΑ και η αποκλίνουσα στόχευση.  

Η ανάπτυξη ερευνητικών υποδομών και η ανοιχτή πρόσβαση ως πολλαπλασιαστές της ερευνητικής απόδοσης

Με στόχο την παραγωγική αξιοποίηση των ερευνητικών υποδομών πρέπει να τεθούν προτεραιότητες όπως αυτές οριοθετούνται στο πλαίσιο ενός μακρόπνοου, Εθνικού οδικού Χάρτη. Έτσι οι επενδύσεις σε Ερευνητικές Υποδομές θα βασίζονται σε έναν σχεδιασμό και ο Οδικός χάρτης ερευνητικών υποδομών θα αναδεικνύει τη στρατηγική τους σημασία και θα θέτει τις προϋποθέσεις για μακροπρόθεσμες επενδύσεις σημαντικής δημόσιας χρηματοδότησης και ιδιωτικών πόρων. Για τους λόγους αυτούς η ανάπτυξη και η ανοιχτή πρόσβαση σε εθνικές υποδομές θα πρέπει να αποτυπωθεί άμεσα στους Εσωτερικούς Κανονισμούς των ΕΚ και των ΑΕΙ. Ένα πλήρες Μητρώο Ερευνητικών Υποδομών και Υποδομών Καινοτομίας όπου θα αποτυπώνονται όλα τα δομικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά τους, η επενδυτική ροή καθώς και ο τρόπος πρόσβασης και χρήσης, αποτελεί σημαντική παράμετρο επιτυχίας του όλου εγχειρήματος. Επίσης κρίνεται σημαντική η σύσταση Εργαστηρίων – Μονάδων Παροχής Υπηρεσιών ή άλλων υποδομών καινοτομίας.     

Η επαναξιολόγηση και ο επαναπροσδιορισμός του ρόλου των ΑΕΙ στην πορεία διαμόρφωσης ενός ενιαίου χώρου

Έχουν καταγραφεί αρκετά δομικά προβλήματα στην αρχιτεκτονική του εκπαιδευτικού – ερευνητικού οικοσυστήματος. Με στόχο την απαλοιφή αυτών πρέπει

Α) να επαναπροσδιοριστεί ο ρόλος των Ιδρυμάτων Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (δεδομένου ότι είναι αυτά τα οποία επλήγησαν περισσότερο από την άναρχη δόμηση)

Β)να προβλεφθεί η δυνατότητα μεταγραφής σε συγγενές τμήμα / και η δυνατότητα joint degree (διπλή εξειδίκευση) (αφορά φοιτητές που δεν είναι ικανοποιημένοι με το αντικείμενο σπουδών τους και λιμνάζουν αιώνια στα ΑΕΙ)

Η δόμηση αυτή πρέπει να γίνει με 2 βασικούς κανόνες :

Α) οι όποιες αναδιαρθρώσεις θα πρέπει να εγγυώνται τα εργασιακά δικαιώματα του προσωπικού

Β) η ομογενοποίηση και ο εξ ορθολογισμός των κανόνων θα πρέπει να γίνει με την προοπτική της περαιτέρω ανάπτυξης των υπαρχουσών θεματικών και την εξασφάλιση της ποιότητας.

Πρόταση: Αναδιατάξεις που αφορούν τα ΤΕΙ, προτείνεται να διαμορφωθούν κριτήρια αξιολόγησης για την πιστοποίηση του κάθε Τμήματος ως προς την ποιότητα των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, την ερευνητική δραστηριότητα του προσωπικού,

τον αριθμό του προσωπικού, τις υποδομές και τις αναλογίες μελών ΕΠ προς φοιτητές.

Μία ολιγομελής επιτροπή αξιολόγησης στοιχείων και εντός προθεσμίας θα θέσει στα Τμήματα των ΤΕΙ να διαβουλευθεί μαζί τους για το ενδεχόμενο ένταξής τους σε μία από τις εξής κατηγορίες:

α) Αυτά πού είναι ήδη (ακαδημαϊκώς) ισοδύναμα με αντίστοιχα πανεπιστημιακά Τμήματα, ή καλύπτουν επιστημονικά πεδία που δεν θεραπεύονται στα Πανεπιστήμια.

β) Αυτά που δεν πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις, αλλά θα μπορούσαν να τις καλύψουν στη διάρκεια μιας τριετίας (όχι απαραίτητα στο τέλος της).

γ) Αυτά που θα μπορούσαν να συνεχίσουν να υπάρχουν σε ΤΕΙ ως Τμήματα που παρέχουν τεχνολογική εκπαίδευση, περισσότερο συμβατή με τον αρχικό σκοπό ίδρυσης των ΤΕΙ.

δ) Αυτά που λόγω του επιστημονικού αντικειμένου που υπηρετούν αντιστοιχούν κατ’ουσίαν σε Τμήματα επαγγελματικής κατάρτισης.

Τα Τμήματα που εντάσσονται στην πρώτη κατηγορία (και αυτά της δεύτερης που θα ενταχθούν στη διάρκεια της τριετίας στην πρώτη), θα έχουν άμεσα το δικαίωμα να οργανώσουν σπουδές 3ου κύκλου και να ενταχθούν σε ένα «ομόλογο» πανεπιστημιακό Τμήμα ή να αποτελέσουν ένα αυτοτελές Τμήμα σε ένα Πανεπιστήμιο.

Τα Τμήματα της τέταρτης κατηγορίας θα πρέπει να αναπροσαρμόσουν τον ρόλο τους, εντασσόμενα στο γεωγραφικά πλησιέστερο Πανεπιστήμιο, στο πλαίσιο μιας Σχολής

Επαγγελματικής Κατάρτισης που θα πρέπει να ιδρυθεί σε κάθε πανεπιστημιακό Ίδρυμα.

Τέλος, τα Τμήματα που δεν εντάσσονται στις παραπάνω κατηγορίες θα παραμείνουν στα πλαίσια των «κλασσικών» ΤΕΙ, τα οποία όμως θα πρέπει συνολικά να αναμορφωθούν ανάλογα με το τοπίο που θα προκύψει σε εύρος μιας τριετίας.

Ρυθμίσεις ανάλογες με αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω θα μπορούσαν να ισχύσουν προκειμένου περί πανεπιστημιακών Τμημάτων που αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα.

Advertisements