Tsolias_molotof_toixos

Η ένταξη της Ελλάδας στην «οικονομική νομισματική ενότητα» (ΟΝΕ) δέκα χρόνια πριν,συνδέθηκε με την υπόσχεση για ανάπτυξη και σταθερότητα. Τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού θα διευκόλυναν τις επενδύσεις και αυτές με τη σειρά τους τις θέσεις εργασίας. Η παραγωγή θα αυξανόταν και τα δημόσια έσοδα θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν και να επεκτείνουν τιςκοινωνικές παροχές. Όπως φιλόδοξα είχε ανακοινωθεί από τον τότε πρωθυπουργό:«περιορίζονται οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι, το τίμημα των υψηλών πραγματικών επιτοκίων, η αβεβαιότητα για την τύχη της προσωπικής αποταμίευσης ή του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης στο νέο περιβάλλον δημιουργούν το υγιές πλεόνασμα για την επέκταση των κοινωνικών πολιτικών συνοχής και αλληλεγγύης».

Τι έγινε όμως στην Ευρώπη και τον κόσμο;

Μέχρι την εμφάνιση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, το 2008, οι περισσότερες από τις παραμέτρους των υποσχέσεων έμοιαζαν εφικτές. Στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες τηςευρωζώνης έγιναν νέες επενδύσεις και στηρίχτηκαν αρκετές κοινωνικές παροχές. Παράλληλα βέβαια, πολλές μεγάλες επιχειρήσεις αποχώρησαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), αναζητώντας αγορές με μικρότερο λειτουργικό κόστος ή ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς. Ακολούθωςσημαντικό μέρος των δημοσίων εσόδων των κρατών μελών της χάθηκε χάρη στη μεταβολή αυτή, τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού των κρατών δεν ήταν αρκετά για να ισοσκελίσουν αυτή την απώλεια, και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να εμπορευματοποιηθούν οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας και σταδιακά να συρρικνωθούν. Η εργασιακή ανασφάλεια με τη σειρά της πλήγωσε την αγοραστική δύναμη και έκτοτε η Ευρώπη εισήλθε και επίσημα σε ύφεση.

Παράλληλα με το μέτωπο της δημοσιονομικής πολιτικής, πλήγμα δέχτηκε και η νομισματική πολιτική. Η περίφημη σταθερότητα του νομίσματος έγινε καπνός όταν πάνω από τα μισά κράτη μέλη παραβίασαν τα όρια για το έλλειμμα του δημοσίου και το εξωτερικό χρέος, όταν η«ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα» (ΕΚΤ) παραβίασε τον όρο για τη μη-διάσωση (αγορά ομολόγων)των υπό χρεοκοπία κρατών -και αποδέχτηκε τη διάκριση των εθνικών οικονομιών ανάλογα με τη δυναμική του χρέους, ενώ αρχικά (πριν τα προγράμματα διάσωσης/ανακεφαλαιοποίησης) η υπόσχεση ήταν πως όλες οι οικονομίες θα είχαν ίδιες δυνατότητες δανεισμού και υψηλή αξιολόγηση από τους επενδυτικούς οίκους.

Ακόμα μεγαλύτερη συμβολή στην αύξηση των επενδυτικών κινδύνων είχαν οι πρόσφατες αποφάσεις για την κυπριακή οικονομία, οι οποίες αμφισβήτησαν δημόσια τη τραπεζική πίστη μέσω της δέσμευσης των καταθέσεων και εμπόδισαν τον περιορισμό των κεφαλαίων που μέχρι πρότινος αποτελούσε πυλώνα σταθερότητας.

Οι αποφάσεις αυτές έστειλαν το μήνυμα προς τους επενδυτές αλλά και τους πολίτες της ΕΕ πως δεν υφίσταται ούτε η στοιχειώδης αλληλεγγύη μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, αλλά το αντίθετο: κάθε μέλος επιδιώκει να διασώσει όσα πλεονεκτήματα δύναται, σε ένα περιβάλλον διάλυσης. Η παραπάνω διαπίστωση ενισχύεται από την παρατηρούμενη αύξηση των τραπεζικών αποθεματικών των πλεονασματικών κρατών της ζώνης του ευρώ, εξ’ αιτίας της ανασφάλειας για της καταθέσεις που υπάρχει στις χώρες του νότου. Το σχέδιο που είχε παρουσιάσει ένα χρόνο πριν το «ινστιτούτο Μπρίγκελ» για τεμαχισμό της ευρωζώνης υπό αυτές τις εξελίξεις επιβεβαιώνεται.

Ο απαραίτητος συντονισμός μεταξύ των κρατών που θα μπορούσε να σταθεί ανάχωμα στην διεθνή ύφεση με εργαλεία την έκδοση χρήματος από την ΕΚΤ και την αναδιανομή πλούτου μέσω κοινού προϋπολογισμού για να κλείσει το χάσμα βορρά-νότου, όχι μόνο δεν επιστρατεύτηκαν,αλλά δυσφημίστηκαν ως προάγγελοι πληθωρισμού το ένα και δημοσιονομικής χαλάρωσης το άλλο. Αντ’ αυτού, επιβλήθηκε ένα «σύμφωνο δημοσιονομικής σταθερότητας» σε όλα τα κράτη-μέλη το οποίο τα υποχρεώνει με συνταγματική επιταγή να ισοσκελίζουν τους προϋπολογισμούς τους, πράγμα που υπονομεύει την αγοραστική δύναμη και την ανάπτυξη, αφού αναγκαστικά περνά μέσα από τη μείωση των εισοδημάτων.

Τι έγινε στην Ελλάδα;

Στην Ελλάδα επιβλήθηκαν οικονομικά προγράμματα τα οποία είχαν όλα ως κοινό παρανομαστή τη μείωση των κοινωνικών παροχών και των δημοσίων δαπανών, την αύξηση της φορολογίας, τιςιδιωτικοποιήσεις και την περαιτέρω χαλάρωση των εργασιακών σχέσεων. Στο πρόβλημα δηλαδή της ύφεσης, η απάντηση ήταν μέτρα που φέρνουν περισσότερη ύφεση με σκοπό να ισοσκελιστεί ο προϋπολογισμός και να επιστρέψει η χώρα στις αγορές. Πράγμα που ποτέ δεν έγινε, όσες φορές και αν διακηρύχθηκε από το 2009. Ούτε βέβαια το επενδυτικό κλίμα βελτιώθηκε, όσο και αν χαλάρωσαν οι εργασιακές σχέσεις και μειώθηκε ο βασικός μισθός, αφού οι περιορισμοί που θέτει από μόνη της η ΟΝΕ εξαναγκάζουν τον επενδυτή να επιχειρεί σε μια αγορά με ακριβό νόμισμα,δίχως την αναγκαία ποσότητα καταναλωτών.

Κινήσεις που θα μπορούσαν να είχαν γίνει για να ξεφύγει η χώρα από το βραχνά του χρέους και να επανεκκινήσει την οικονομία της, όπως ο δημόσιος έλεγχος των τραπεζών με σκοπό τη χρηματοδότηση έργων που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και η ακύρωση του μέρους τους χρέους που δεν οδηγεί σε οικονομική μεγέθυνση, δυσφημίστηκαν συλλήβδην ως «ανεύθυνες». Αντ’ αυτών βλέπουμε επιχειρήσεις να κλείνουν ή να αποχωρούν, την ανεργία να αυξάνεται και την αβεβαιότητα να εντείνεται.

Όλες δηλαδή οι υποσχέσεις που συνόδευσαν την ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη, δημιουργώντας την απαραίτητη κοινωνική πλειοψηφία, έχουν σήμερα απαξιωθεί στο όνομα μάλιστα της παραμονής της χώρας στη ζώνη του ευρώ. Επιπλέον, η χώρα έχει δεσμευτεί στη δημιουργία ειδικού λογαριασμού αποπληρωμής χρέους στον οποίο θα οδηγούνται όλα όσα δημόσια έσοδα καταφέρουν να δημιουργηθούν. Όσο λοιπόν και να προσπαθήσει να προσελκύσει επενδύσεις, όσο και να προσπαθεί να αυξήσει τη παραγωγή («να σηκώσουμε τα μανίκια και να δουλέψουμε σκληρά») όσο ακόμα και να προσπαθεί να τηρήσει τους όρους του Μάαστριχτ -που όλοι έχουν παραβιάσει- η προοπτική της ανάπτυξης όχι μόνο θα είναι απούσα, αλλά και ανέφικτη για όσα χρόνια η χώρα ακολουθεί αυτή τη δέσμευση.

Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς πως αν η συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ είναι κενή περιεχομένου σε σχέση με όσα εξαγγέλθηκαν και δημιούργησαν κάποτε κοινωνική πλειοψηφία -και μόνο ως τιμωρία για τα απείθαρχα κράτη λειτουργεί- τότε η συμμετοχή αυτή πρέπει να επανεξεταστεί. Και να μην αντιμετωπίζεται ως φετίχ.

Και τι πρέπει να γίνει;

Δεν υπάρχουν σταθερές επιλογές. Υπάρχουν σταθερές ανάγκες -και με βάση αυτές πρέπει να γίνονται οι όποιες επιλογές. Ανάγκες όπως η δημόσια περίθαλψη, η εκπαίδευση και η εξασφάλιση των δημόσιων εσόδων από την εκμετάλλευση του εθνικού πλούτου. Αν αποδειχθεί ότι οι κεντρικές πολιτικές επιλογές δεν ικανοποιούν κοινωνικές ανάγκες, τότε οι επιλογές οφείλουν να αλλάξουν.

Η Ελλάδα έχει ανάγκη από ένα σχέδιο που όχι μόνο θα εξασφαλίζει δανεικό χρήμα στα ταμεία του δημοσίου, αλλά θα οδηγεί αυτό το χρήμα στη δημιουργία πλούτου και θα τον διανέμει κοινωνικά δίκαια. Αν αυτό υπό τις παρούσες συνθήκες δε μπορεί να συμβεί, τότε θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα έκδοσης εθνικού νομίσματος.

 Επιπλέον, δεν αρκεί να αποδεσμευτεί η χώρα από της παράλογες δεσμεύσεις που επιβάλλουν οι δανειστές της. Πρέπει να εξασφαλιστεί πως η επανεθνικοποίηση της νομισματικής πολιτικής θα συμβάλλει στη κοινωνική δικαιοσύνη. Υπάρχει κίνδυνος δηλαδή να συμβεί και το αντίθετο. Να τυπώνει στο μέλλον η χώρα νόμισμα, αλλά τον έλεγχο των επενδύσεων να έχει η οικονομική ελίτ που χρεοκόπησε τη χώρα και οι κοινωνικές ανισότητες να ενταθούν. Το νόμισμα δηλαδή δεν είναι πανάκεια. Απαραίτητο αντίστοιχα είναι να ανακτήσει η Ελλάδα και το κομμάτι της δημοσιονομικής πολιτικής που έχει παραχωρήσει de facto στους δανειστές της ώστε να εξασφαλίσει ότι αυτές οι κοινωνικές ανάγκες θα ικανοποιηθούν στο μέγιστο δυνατό και δε θα θυσιαστούν.

Ο σχεδιασμός βέβαια αυτός είναι πολιτικός. Οι κοινωνικές δυνάμεις που είναι πρόθυμες να μην κάνουν περαιτέρω υποχωρήσεις και θυσίες για τη κοινή νομισματική πολιτική έχουν συγκροτηθεί. Αυτό που απομένει είναι ο πολιτικός φορέας που παρουσιάσει το συντομότερο δυνατό ένα βιώσιμο εναλλακτικό σχέδιο για τη χώρα. Ένα σχέδιο που θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις κοινωνικής ευημερίας μέσα από επεξεργασμένες και πειστικές δημόσιες πολιτικές.

Κωνσταντίνος Νικολόπουλος, 14/4/2013, http://www.ppol.gr

Advertisements