we had our mindset
all things know, all things know
you had to find it
all things go, all things go
Άτιμε Βενιζέλο. Γλίτωσες πάλι. Ένα ακόμα φανταστικό μου ταξίδι αναβλήθηκε. Οι υπάλληλοί σου έμαθα θα απεργούν σήμερα.Έτσι χάνεται και η τελευταία μου ευκαιρία. Δε σου κρύβω πως το τελευταίο καιρό βρισκόμουν σε ένα μεγάλο δίλημμα. Ποια πλευρά του προαστιακού να ακολουθήσω? Αυτή που βγάζει στο αεροδρόμιο σου ή αυτή που καταλήγει στη Κόρινθο? Αυτή που που θα με φέρει πιο κοντά με το Άμστερνταμ, το Βερολίνο και το Μπουένος Άιρες ή αυτή που θα με δώσει βορρά σε κάθε παράλογο επαγγελματία πατριώτη? Απ τη μια πλευρά το ταξίδι, η επιθυμία, η απόλαυση και από την άλλη η υποχρέωση και ο καταναγκασμός…
Πως έφτασα όμως ως εδώ? Το καλοκαίρι έπρεπε να πάρω και εγώ τις σοβαρές μου αποφάσεις. Παρά την επιπολαιότητα που συχνά με χαρακτηρίζει, είπα να κάνω ένα διάλειμμα συνέπειας. Οι φίλοι μου φύγαν για τις κατασκηνώσεις, τα νησιά και τις περιπέτειες τύπου Beverly Hills και εγώ έμεινα πίσω στύβοντας το μυαλό μου. Τι θα γίνει με μένα? Πότε θα προχωρήσω? Ποια είναι τα σωστά βήματα και ποια τα λάθος? Αξίζει να ζω εδώ? Να ελπίζω εδώ?
Οι απαντήσεις ήρθαν στα μέσα του Οκτώβρη όταν από ένα ξαφνικό δυσάρεστο γεγονός ξεκίνησε αυτό που κάποιος θα μπορούσε να πει η αρχή του τέλους. Η ζωή άρχιζε να δείχνει τις διαφορετικές της πλευρές. Η σχολή να φτάνει προς το τέλος, τα αγαπημένα πρόσωπα να φεύγουν, η παρέα απ΄τα πατήσια να αλλάζει σχήμα και ενδιαφέροντα. Τα πρόσωπα γύρω μου δεν ήταν ίδια. Ήταν μέχρι χτες ομολογώ οδυνηρό να βρίσκομαι στα ίδια έδρανα με παιδιά που γεννήθηκαν το ‘90 και να χρωστάμε το ίδιο μάθημα. Τα “hobby” είτε έπαψαν να υπάρχουν είτε με ξεπέρασαν.
Όλα αυτά παραμερίστηκαν για αρκετό καιρό από την εργασία. Η καθημερινή τριβή έδινε άλλη δυναμική. Δεν ένιωθα ανενεργός. Είχα πάλι “υποχρεώσεις”. Η εργασία όμως ήταν αυτή που με έφερε πάρα πολύ κοντά στο τέρας. Στο Κράτος. Κάθε συναλλαγή, κάθε κίνηση κάθε στάδιο απαιτούσε στη καλύτερη περίπτωση υπομονή, στη χειρότερη θράσος και βαρβαρότητα. Κάθε στιγμή έπρεπε να αντιμετωπίσω ένα διαφορετικό παραλογισμό. Ήταν η περίοδος που αποφάσισα πως δε μπορώ να ζήσω έτσι. Δε μπορώ να ζω εδώ. Δε θέλω να εξευτελίζομαι έτσι ούτε να είμαι επιθετικός για να το αποτρέψω. Στη πραγματικότητα δε θέλω να συμβιβαστώ με την ιδέα πως έτσι θα είναι πάντα.
Μήπως υπερβάλλω? Το έψαξα και κατέληξα πως όχι. Εσύ πιστεύω το ξέρεις. Όταν ήρθες να οδηγήσεις αυτή τη χώρα μπροστά, ο τότε μονάρχης δεν ήταν που σε ρώτησε “Και με το ρουσφέτι τι θα κάνεις? Πως θα το λύσεις αυτό το πρόβλημα?” Ε, δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Οι επίγονοί σου κατάφεραν αρκετά καλά την ελπίδα για αλλαγή αλλά στη πράξη έγιναν λίγα. Πολύ λίγα. Σήμερα όλοι ξέρουν που πάσχει η Ελλάδα, όλοι φωνάζουν μα κανένας δεν φέρνει την αλλαγή. Γι΄αυτό και ο κόσμος, όσοι έχουν ξεμείνει εδώ, εμπιστεύονται αυτόν που φωνάζει καλύτερα. Οι άλλοι, συγχώρεσε με για το διαχωρισμό, οι καλύτεροι, έχουν φύγει για έξω. Εκεί που πιστεύουν πως μπορούν να αποδείξουν την αξία τους και δεν χρειάζεται να υποκλιθούν και να υποχρεωθούν στο κάθε παράσιτο.
Είναι πολύς καιρός τώρα που έχουμε χάσει τις αξίες. Που δε ξέρουμε τι να εμπιστευτούμε ώστε να προχωρήσουμε. Απλά τώρα φαίνεται λίγο περισσότερο. Και για την ακρίβεια βρωμάει λίγο περισσότερο. Γιατί λοιπόν να μείνω. Γιατί να ακολουθήσω ένα δρόμο που σιχαίνομαι? Υπάρχει άλλος δρόμος?
Έτσι αποφάσισα να φύγω. Όσο γίνεται πιο μακριά. Έκατσα και σκέφτηκα πιο δρόμο να πάρω και τον δημοσίευσα στο ημερολόγιο μου. Νιώθω πως τα πράγματα παίρνουν σιγά σιγά το δρόμο τους. Εκτός από μια εκκρεμότητα. Τους φίλους μου. Που θα τους αφήσω? Δε θέλω να τους χάσω.. Δε ξέρω τι να κάνω μα εκεί που πάω θα έχω χρόνο να το σκεφτώ. Ξέρω πως υπάρχουν λύσεις. Τώρα πια ξέρω. Υπάρχουν λύσεις.
Σε λίγες ώρες θα πάρω το δρόμο της ανάγκης. το αναγκαίο κακό ώστε να μη με κρατάει τίποτε πίσω πια. Θα υπηρετήσω μια ιδέα που συνεχίζει ακόμα και σήμερα να μας διχάζει. Που είναι τόσο ανούσια μα εξαιρετικά κερδοφόρα. Για λίγους!
Δε ξέρω αν και πότε θα ξαναγράψω εδώ, ξέρω όμως πως οι σκέψεις δε θα σταματήσουν. Δε ξέρω πότε πάλι όλους θα τους ξαναδώ, μα θα τους σκέφτομαι κάθε λεπτό.
Αντίο λοιπόν και στο επανειδείν!
Άντε τεμπέλαρε, γράψε τίποτα, ένας χρόνος πέρασε!